Περιοδεία στην Αυστραλία -τη δεύτερη στην καριέρα του- θα πραγματοποιήσει στις αρχές του 2013 ο παγκοσμίου φήμης Έλληνας μουσικοσυνθέτης, Yanni.
Η επίσκεψή του στην Αυστραλία (και τη Νέα Ζηλανδία), στο πλαίσιο παγκόσμιας περιοδείας του που πραγματοποιεί από τον περασμένο Απρίλιο, θα ξεκινήσει από το Μπρίσμπαν στις 15 Ιανουαρίου και θα συνεχιστεί στο Σίδνεϊ στις 17, στη Μελβούρνη στις 19, στην Αδελαΐδα στις 23 και θα ολοκληρωθεί στην Πέρθη στις 27 Ιανουαρίου.
Με μια εντυπωσιακή 15μελή ορχήστρα, ο Yanni θα παρουσιάσει χαρακτηριστικές συνθέσεις του από την πολύχρονη καριέρα του.
Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι το πραγματικό του όνομα είναι Γιάννης Χρυσομάλλης, αλλά όλοι τον ξέρουν με το καλλιτεχνικό του όνομα Yanni.
Ο Yanni γεννήθηκε το 1954 στην Καλαμάτα. Εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη το 1972 και φοίτησε στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Μινεσότα. Όταν έβρισκε ελεύθερο χρόνο, ο Yanni έπαιζε πιάνο στους «Chameleon», ένα ροκ συγκρότημα της δεκαετίας του ’70. Πολύ γρήγορα η μουσική τον κέρδισε ολοκληρωτικά, αναγκάζοντάς τον να αφήσει τις σπουδές του.
Έτσι, έμεινε στη Νέα Υόρκη και αφοσιώθηκε στο πιάνο και τη δημιουργία δικών του συνθέσεων.
Από πολλούς ο Yanni χαρακτηρίστηκε ως φαινόμενο των 90’s. Μία από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του ήταν όταν συνεργάστηκε με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου.
Η γνωστή βρετανική αεροπορική εταιρεία British Airways χρησιμοποίησε μια σύνθεση του Yanni για τη διαφημιστική της εκστρατεία.
Η σχέση του Yanni με τη γνωστή ηθοποιό Linda Evans τον έκανε διάσημο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρκετά άλμπουμ του έχουν προταθεί για βραβείο Grammy μεταξύ αυτών το «Dare To Dream» και το «My Time».
Όσο για το περίφημο «Reflections Of Passion», έγινε πολλές φορές πλατινένιο πραγματοποιώντας έναν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό πωλήσεων.
Ο Yanni υπήρξε και μέλος της ελληνικής εθνικής ομάδας κολύμβησης εφήβων και σε ηλικία μόλις 14 ετών κατέρριψε το πανελλήνιο ρεκόρ κολύμβησης, στα 50 μέτρα ελεύθερο.
Παρά το γεγονός ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 πούλησε πάνω από 6 εκατομμύρια αντίτυπα, η καριέρα του εκτινάχθηκε ακόμα περισσότερο τον Μάρτιο του 1994 όταν κυκλοφόρησε σε δίσκο και βίντεο η συναυλία-σταθμός που έδωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στις 25 Σεπτεμβρίου του 1993 με τον τίτλο «Yanni in Concert: Live Acropolis» παρουσία 2.000 χιλιάδων θεατών.
Φρεντ Μπουασονά, ο φιλέλληνας φωτογράφος των αρχών του 20ου αιώνα
Ο Φρεντ Μπουασονά, (1858-1946 Γενεύη) ήταν Γαλλοελβετός φωτογράφος, ιδιαίτερα γνωστός για την φωτογραφική τεχνική του αλλά και την εκτεταμένη φωτογράφιση του ελληνικού χώρου επί τριάντα περίπου έτη, μαζί με τον συνοδοιπόρο του Ντανιέλ Μπο-Μποβί, διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης. Το έργο του, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον στην Ελλάδα θεωρείται εν γένει «πρωτοποριακό αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας κατά τον 20ό αιώνα»
Η οικογένεια των Μπουασονά κατάγεται από τη νότια Γαλλία, από το Livron, ένα χωριό κοντά στη Μασσαλία. Όταν στη Γαλλία το κλίμα για τους προτεστάντες έγινε εχθρικό οι πρόγονοι του Φρεντ – μαζί με πολλές άλλες οικογένειες- αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Γενεύη. Η καταγωγή της οικογένειας έκανε τον Φρεντ να πιστεύει πως ήταν απόγονος γενναίων Ελλήνων θαλασσοπόρων…
Γόνος «φωτογραφικής δυναστείας», ως περιγράφεται, o νεαρός Μπουασονά φέρεται ως πολύπλευρο ταλέντο που συνδύαζε τα σπορ (αλπινισμός), τη μουσική και τις καλές τέχνες. Επηρεασμένος από τον δάσκαλό του Ούγγρο Κόλερ, ανέπτυξε τη δική του τεχνική στη φωτογραφία, η οποία, μαζί με τη χρήση νέων υλικών, τού απέφερε πολλές διεθνείς διακρίσεις, μεταξύ άλλων το πρώτο βραβείο της παγκόσμιας έκθεσης του Παρισιού. Το εργαστήριο που κληρονόμησε από τον πατέρα του το διαχειρίστηκε μαζί με τον χημικό αδελφό του Εντμόν-Βικτόρ. Η ορθοχρωματική πλάκα, δική τους επινόηση έδινε βελτιωμένο φωτογραφικό αποτέλεσμα.
Εκείνα τα χρόνια ο Μπουασονά ασχολιόταν κυρίως με προσωπογραφίες, οι οποίες ήταν και πιο προσοδοφόρες. Ήδη στα 1900 το εργαστήριο πήγαινε πολύ καλά και το 1901 ο Μπουασονά άνοιξε ένα υποκατάστημα στο Παρίσι και ένα στη Ρεμς.
Φωτογραφίζοντας το Mont-Blanc, με τηλεφακό κατασκευασμένο στην Αγγλία, κατόρθωσε να διακρίνει το μπλε του ουρανού από το λευκό του χιονιού στη φωτογράφισή του, διαμορφώνοντας μια φωτογραφία που έκανε τον γύρο του κόσμου
Το 1903, μαζί με τον Ντανιέλ Μπο-Μποβί, ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Το 1907 επανήλθε και το 1913, πάλι με τη συντροφιά του Μποβύ και με τον λιτοχωρίτη κυνηγό Χρήστο Κάκκαλο, είναι ο πρώτος που ανέβηκε στον Μύτικα, την υψηλότερη κορυφή του Ολύμπου. Το 1930 πραγματοποίησε το τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα και επισκέφθηκε το Άγιο Όρος.
Οι φωτογραφίες που τράβηξε εκεί αφορούν τη μοναστική αρχιτεκτονική, είτε ως γενικά πλάνα των εσωτερικών αυλών, είτε ως πιο κοντινά και λεπτομερειακά, ενώ εντυπωσιακή είναι η απόλυτη απουσία απεικόνισης θρησκευτικής τελετής ή λειτουργίας – στοιχείο που καταδεικνύει την προσαρμογή του φωτογράφου στο αυστηρό τυπικό της αγιορειτικής κοινωνίας.
Πέθανε στη γενέτειρά του, τη Γενεύη, το 1946.
Μέσα από τις φωτογραφίες και τα λευκώματά του παρουσιάζει ένα πανόραμα της Ελλάδας του μεσοπολέμου, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Ελλάδα την ίδια περίοδο.
Ο καλλιτέχνης, πέρα από το καταγραφικό ενδιαφέρον του για όλα όσα εξαφανίζονται, μας δίνει μια εικόνα της Ελλάδας που εκτείνεται πέρα από την εθνογραφική μαρτυρία.
Η μεγάλη πίστη και ο θαυμασμός του για τη χώρα αυτή μεταδίδονται μέσα από το έργο του με μια τρυφερότητα και μια αγάπη που η δύναμη τους ακόμη και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, δίνει ψυχή σ’ αυτά τα κομμάτια χαρτιού, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει απλές φωτογραφίες….
Λίγοι αγάπησαν την Ελλάδα όσο ο Φρεντ Μπουασονά. Ο ίδιος έγραψε στα 1910: «Αυτός ο λαός,τόσο στις ακτέςόσο και στο εσωτερικό της χώρας,ο ψαράς της Αίγινας,ο γεωργός της Αργολίδας,ο βοσκός του Χελμού ή του Παρνασσού,όλος αυτός ο λαός έχει τόσο σπινθηροβόλο πνεύμα,τόση καλοσύνη,τόσο πάθος για την ελευθερία,μια τέτοια λατρεία για το παρελθόν του,μια τέτοια προσήλωση στις αρχαίες συνήθειες…»
6.000 λήψεις
Οι φωτογραφίες των Αλπεων μπορεί να του άνοιξαν τον δρόμο για τον γύρο της κλασικής Ελλάδας, αλλά ο ίδιος ο Μπουασονά ήταν ήδη συγκινησιακά, ιδεολογικά και αισθητικά κοινωνός της ελληνικής ιδέας, εξιδανικευμένης, φυσικά, μέσα στους κόλπους του πατροπαράδοτου ελβετικού φιλελληνισμού. Σήμερα, οι περίπου 6.000 ελληνικές φωτογραφίες του Φρεντ Μπουασονά (μέρος ενός αρχείου 150.000 λήψεων) έχουν μυθοποιήσει τα ταξίδια του στην Ελλάδα ανάμεσα στο 1903 και το 1928.
Αποσπασματικά το έργο του είναι γνωστό στο ελληνικό κοινό, το όνομά του είναι συνδεδεμένο με την προ-βιομηχανική Ελλάδα, με την πρωτόγονη αστική κοινωνία και την επιβίωση του παγανιστικού ιδεαλισμού στις νεο-βυζαντινές κοινότητες. Αυτό το όνειρο-χίμαιρα, που έθρεψε την εικόνα της νεότερης Ελλάδας, συνδέεται εμμέσως με τα ταξίδια του Μπουασονά (και του συνοδοιπόρου του Ντανιέλ Μπω-Μποβί) καθώς και με το «προσκύνημά» του (θυμίζοντας τις διαδρομές των περιηγητών), αλλά η ματιά του Μπουασονά στην Ελλάδα αδικείται από μια τέτοια φορμαλιστική, «εύκολη» και εν πολλοίς στερεότυπη ερμηνεία.
Για πρώτη φορά, ένα σημαντικό τμήμα των Αρχείων του Μπουασονά από τα ταξίδια στην Ελλάδα παρουσιάζεται αυτήν την περίοδο από την ιστορική Ριζάρειο. Είναι η έκθεση «Εικόνες της Ελλάδας» που εγκαινιάζεται σήμερα παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, κ. Kων. Στεφανόπουλου, στην Ηπειρο, στο Ριζάρειο Εκθεσιακό Kέντρο Μονοδενδρίου Ζαγορίου.
Αυτήν την έκθεση οργάνωσε με μεγάλη σχολαστικότητα και φροντίδα το Ριζάρειο Ιδρυμα (με τη συνεργασία του πρακτορείου «Απειρον») παρουσιάζοντας για πρώτη φορά περίπου 130 φωτογραφίες μεγάλων διαστάσεων από το Αρχείο Boissonnas της Γενεύης, ιδιοκτήτης του οποίου είναι ο Gad Borel, φωτογράφος ο ίδιος και καθηγητής στο Kολέγιο της Γενεύης.
Μαζί με την έκθεση θα κυκλοφορήσει και ένα βιβλίο τέχνης αφιερωμένο στον Φρεντ Μπουασονά, η πρώτη ουσιαστικά μονογραφία στην ελληνική γλώσσα. Είναι από τις σπάνιες φορές μια τόσο πολυσήμαντη έκθεση να παρουσιάζεται σε ένα χώρο της περιφέρειας, ακολουθώντας αντίστροφη πορεία: το φθινόπωρο θα μεταφερθεί στο Μουσείο Μπενάκη, ενώ ανάμεσα σε άλλους εκθεσιακούς χώρους που θα ακολουθήσουν συγκαταλέγεται και το Ωνάσειο Ιδρυμα της Νέας Υόρκης.
Μοναδικά τοπία
Ο Φρεντ Μπουασονά υπήρξε από τους ελάχιστους ξένους φωτογράφους που έστρεψα τον φακό τους σε όλες τις πτυχές της ελληνικής κοινωνίας. Φωτογράφισε τη φύση, τα μοναδικά τοπία της Παρνασσίδας αλλά και της Μακεδονίας και του Αιγαίου, τα αρχαία μνημεία, την αστική ζωή της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ανεκτίμητες οι σκηνές δρόμου από την Αθήνα του 1919 όπως και οι εξαιρετικά δραματικές λήψεις της ζωής στην ύπαιθρο.
Πολλά από τα ομαδικά πορτρέτα Ελλήνων αναδύουν μία αιφνιδιαστική νεωτερικότητα καθώς σε πολλές περιπτώσεις στέκουν αδιάφορα σε ιδεολογικούς και συναισθηματικούς συσχετισμούς, ανοίγοντας τον δρόμο για μία νέα ερμηνεία του ελληνικού τόπου. Δραματικές οι λήψεις του Παρθενώνα, με τα λιμνάζοντα ύδατα της καταιγίδας, την οποία ο φακός του Μπουασονά περίμενε με αγωνία για να ανατρέψει τη στερεότυπη εικόνα μιας Ελλάδας που διαλύεται στο λιοπύρι.
Η έκθεση στο Μονοδένδρι, στο εκθεσιακό κέντρο που στεγάζεται από πέρυσι σε ένα θαυμάσια αποκατεστημένο ηπειρώτικο αρχοντικό (με συγχρηματοδότηση του διασυνοριακού προγράμματος INTERREG ΙΙ και του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος»), συνεχίζει μια παράδοση ανάδειξης της φωτογραφικής τέχνης. Εκεί, μέσα στις φυλλωσιές της ηπειρώτικης φύσης, είχε παρουσιαστεί η έκθεση «Α Greek Portfolio» του Kωνσταντίνου Μάνου και η έκθεση «Ζαγορισίων Βίος», με εξαίρετα ντοκουμέντα της περιόδου 1890-1950.
Σε αυτόν τον νεότευκτο χώρο που έχει ήδη δηλώσει με σαφήνεια τον προσανατολισμό του και τις υψηλές επιλογές του, έρχεται τώρα η τέχνη του Φρεντ Μπουασονά να εκτεθεί στα νέα βλέμματα, στους νέους συσχετισμούς, στις νέες ερμηνείες που ζητάει ο 21ος αιώνας. Αναδύεται, αίφνης ο Μπουασονά, ο αισθητής των 1903, ως ένας λεπταίσθητος νεωτεριστής, πιο μπροστά ίσως από τη συμβατική, τουλάχιστον, ερμηνεία της φωτογραφικής εικόνας της εποχής του.
Από… τζάκι
Για να καταλάβει κανείς τον Φρεντ Μπουασονά είναι χρήσιμο να τον δει μέσα από το πρίσμα του περιβάλλοντός του. Είναι γόνος μιας φωτογραφικής δυναστείας. Οι Μπουασονά στράφηκαν στη φωτογραφία όταν η ωρολογοποιία είχε αντιμετωπίσει μια σοβαρή κρίση. Η φωτογραφία ήταν το επάγγελμα του μέλλοντος και στα 1860, ο πατέρας του Φρεντ Μπουασονά άνοιξε στη Γενεύη το πρώτο φωτογραφείο με την επωνυμία της οικογενείας, που στηρίζεται και από άλλα μέλη που κρατούν το όνομα Μπουασονά ώς το 1968.
Στη Γενεύη υπάρχει το γόνιμο έδαφος για τα φιλελληνικά αισθήματα. Θα θυμηθούμε τον Εϋνάρδο, τον τραπεζίτη, που στήριξε την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά και τα βήματα πολλών καλλιτεχνών που κατευθύνονταν στην Ελλάδα για να τη ζωγραφίσουν ή να τη φωτογραφίσουν. Πρόσφατη είναι η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη των δύο Ελβετών αρχαιολόγων, του Waldemar Deonna (1880-1959) και του Paul Collart (1902-1981), που φωτογράφισαν την Ελλάδα.
Ο Μπουασονά είναι γνωστός στη χώρα μας από τις ελληνικές διαδρομές του, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ο πλούτος του αρχείου του είναι ανεξάντλητος. Προσωπικότητες από όλη την Ευρώπη έσπευδαν να φωτογραφηθούν από τον δεξιοτέχνη Ελβετό.
Ηταν ένα μεγάλο όνομα της φωτογραφικής τέχνης και ήδη από το 1900 είχε κερδίσει αρκετά μετάλλια στη Διεθνή Εκθεση των Παρισίων. Ανάμεσα στο Παρίσι, τη Γενεύη, τη Λυών και την Αγία Πετρόπολη, πόλεις όπου διατηρούσε κατά καιρούς στούντιο, είχε στήσει έναν διευρωπαϊκό άξονα δραστηριοτήτων. Αυτήν την προσωπικότητα είχε θελήσει να συναντήσει και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που ως γνήσιος εκσυγχρονιστής είχε αντιληφθεί τη συμμετοχή της τέχνης και της αρχιτεκτονικής στην οικοδόμηση μιας σύγχρονης κοινωνίας.
Ο Βενιζέλος, που παρακολουθούσε τη διεθνή κίνηση στη φωτογραφία (είχε επισκεφθεί και τον οραματιστή Αλμπέρ Kαν, που οι φωτογραφίες των Αρχείων του για τη Θεσσαλονίκη παρουσιάζονται τώρα στο Μουσείο Μπενάκη), είχε διευκολύνει τα ταξίδια του Μπουασονά και είχε συμπεριλάβει αρκετές φωτογραφίες του στη φωτογραφική έκθεση για την τουριστική προβολή της Ελλάδας το 1919, στο Παρίσι αρχικά και μετέπειτα στις ΗΠΑ.
Ενα άλλο φιλόδοξο σχέδιο, η ανάθεση εκ μέρους του Βενιζέλου της παραγωγής βιβλίων τέχνης με θέμα τις «Νέες Χώρες», ποτέ δεν ολοκληρώθηκε λόγω της Μικρασιατικής Kαταστροφής. Είναι βέβαιο, όμως, ότι οι φωτογραφίες και τα λευκώματα του Μπουασονά είχαν συμβάλει στη διάρκεια του Μεσοπολέμου στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Ελλάδα. Μια άλλη ματιά, λιγότερο απλοϊκή και περισσότερο απαιτητική, είχε αρχίσει να γεννιέται. Ο Μπουασονά είχε αναδειχθεί ατύπως σε έναν πρεσβευτή της σύγχρονης Ελλάδας.
Βιβλιογραφία
«Fred Boissonnas» ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΖΕΝΑΚΟΣ – Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2002 εφ. Το Βήμα
Des Cyclades en Crète au gré du vent. Πρόλογος Gustave Fougères. Αρχαιολογικές σημειώσεις G. Nicole. Genève, Boissonnas & Co. Éditions d’Art et de Sciences, 1919
La Dent du Midi, Champery, et le Val d’Illiez. Με τη συνεργασία του H.-F. Montagnier. Geneve, Editions d’Art Boissonnas, 1923
Μία από τις φωτογραφίες του ταλαντούχου Κώστα Χιόνη
Η κάθε φωτογραφία του περιέχει μια σειρά φωτογραφιών που ενώνονται σε μια μετά από τεχνολογικές παρεμβάσεις στο σύγχρονο σκοτεινό θάλαμο, όπως ο Κώστας ονομάζει τον υπολογιστή του. Οι περισσότερες φωτογραφίες του αποτελούνται από 8 ή 24 άλλες φωτογραφίες, ενώ υπάρχουν και εκείνες που δημιουργήθηκαν με πάνω από 100 φωτογραφίες. Για να δοθεί ζωή σε μία και καλή πανοραμική φωτογραφία, πρέπει να ληφθούν δύο έως τρεις εκατοντάδες φωτογραφίες.
Αυτά είναι τα μυστικά που κρύβονται πίσω από την εξαιρετική τεχνική του συνδυασμού φωτογραφιών σε κυλινδρικό πανόραμα.
Ελληνοαυστραλός φωτογράφος Κώστας Χιόνης, συμπάροικος από τη Μελβούρνη, κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα βιβλίο-συλλογή φωτογραφιών με τίτλο «Sydney 360», που περιέχει περίπου 80 πανοράματα, δίνοντας ένα οικείο πορτρέτο των αστικών τοπίων του Σίδνεϊ.
Όταν ξεφυλλίζει κανείς τις σελίδες του βιβλίου του Κώστα Χιόνη, νιώθεις την κίνηση, την αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων. Λόγω της πανοραμικής τεχνικής που χρησιμοποιεί, δίνεται η ευκαιρία στον θεατή να δει μπροστά, στο πλάι και πίσω του. Με το κυλινδρικό πανοραμικό στυλ και θέα 360 μοιρών, με την οποία είναι παθιασμένος ο Ελληνοαυστραλός φωτογράφος, οι φωτογραφίες αποτυπώνουν τη ζεστασιά και τη δράση, ταυτόχρονα.
Αυτά είναι που μπορεί να βρει κανείς στο βιβλίο φωτογραφιών του Κώστα Χιόνη, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα. Ένα στιγμιότυπο της πόλης από μια μοναδική προοπτική, αυτό το βιβλίο μεταδίδει στιγμές στο χρόνο, διατηρώντας τα αστικά τοπία του Σίδνεϊ ζωντανά και συγκινητικά.
ΑΠΟ ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΤΟΥ ΝΟΡΘ ΚΑΡΛΤΟΝ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΘΑΛΑΜΟ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ
Η φωτογραφία πάντα αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ζωής του Κώστα. Ο πατέρας του, Διονύσιος Χιόνης, ήταν διάσημος φωτογράφος γάμου και πορτραίτων. Το φωτογραφικό του στούντιο, το οποίο βρισκόταν στο Νορθ Κάρλτον, ήταν από τα πιο γνωστά και αγαπημένα μεταξύ των πρώτων Ελλήνων μεταναστών. Η επιχείρηση του Διονύσιου Χιόνη άκμασε κατά τη διάρκεια του μεγάλου κύματος της ελληνικής μετανάστευσης, από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 μέχρι τα μέσα του ‘70.
Εκείνα τα χρόνια, καθώς μεγάλωνε ο Κώστας, τα παιδιά της ηλικίας του πάντα βοηθούσαν στην οικογενειακή επιχείρηση. Η επιχείρηση της οικογένειας Χιόνη ήταν η φωτογραφία, και ο Κώστας άρχισε να μαθαίνει την τέχνη σε πολύ νεαρή ηλικία. Στην ηλικία 15 χρόνων, έβγαζε φωτογραφίες σε βαφτίσια, και σε γάμους όταν έγινε 17. Οι πιο αξέχαστες στιγμές για τον Κώστα ήταν όταν έβγαζε την ομαδική φωτογραφία μπροστά από την εκκλησία, μόλις τελείωνε η λειτουργία.
«Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, συχνά ξόδευα ένα ρολό φιλμ, το οποίο θα ανέπτυσσα τα Σαββατοκύριακα. Ήταν αργή και επίπονη αυτή η διαδικασία, αλλά όταν το χαρτί εκτεινόταν κάτω από το μεγεθυντή, ήταν μια μορφή τέχνης. Πριν από πολλά χρόνια, όταν στον πατέρα μου έδειξα το Photoshop, ο ίδιος δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπαν τα μάτια του – άρπαξε το ποντίκι, και ήθελε να δοκιμάσει να το κάνει ο ίδιος» θυμάται ο Κώστας.
«Τα ζευγάρια παντρεύονταν και το να σταλούν οι φωτογραφίες γάμου με γονείς, αδέλφια και φίλους πίσω στην πατρίδα, ήταν πολύ σημαντικό. Μόλις το κύμα μετανάστευσης επιβραδύνθηκε, η επιχείρηση πια δεν ήταν ό,τι ήταν νωρίτερα, και τότε ο πατέρας μου έκλεισε το στούντιο, στα τέλη της δεκαετίας του ‘70.»
Ο Κώστας Χιόνης δεν ακολούθησε, μεν, το επάγγελμα του φωτογράφου, αλλά το πάθος για τη φωτογραφική τέχνη ήταν πάντα παρόν. Άρχισε να φωτογραφίζει και πάλι, αφού ο πατέρας του πέθανε το 2000.
ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ
Η ιδέα του να ασχολείται με φωτογραφία, στην μορφή κυλινδρικού πανοράματος, μιας τεχνικής που σήμερα αποτελεί μεγάλο πάθος του συμπάροικου, Κώστα Χιόνη, γεννήθηκε στο νησί της Ιθάκης, εκεί όπου γεννήθηκε η μητέρα του.
«Στη δουλειά μου, σε μια εταιρεία ψηφιακών εκτυπώσεων στην πόλη, πάντα θαύμαζα τα μοντάζ που μας έφερναν για αναπαραγωγή αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες και φοιτητές. Σε μια επίσκεψη στην Ιθάκη, γενέτειρα της μητέρας μου, το 2000, είχα φωτογραφίσει το χωριό της, την Εξωγή. Όταν επέστρεψα, έκανα συγχώνευση περίπου 30 φωτογραφιών μέσω του Photoshop. Χρειάστηκαν εβδομάδες για να πάρει η εικόνα τη σωστή μορφή, αλλά το αποτέλεσμα ήταν πολύ ικανοποιητικό. Κατά τη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού, φωτογραφήθηκε επίσης το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου στην Πελοπόννησο» λέει ο Κώστας καθώς μιλά για το κίνητρο που τον έκανε να αφιερωθεί περισσότερο στην φωτογραφία.
Από τότε το πάθος για τη λήψη πανοραμικών φωτογραφιών δεν θα τον αφήσει ποτέ. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της μοναδικής τεχνικής είναι αυτό που φέρει επιβράβευση, όπως λέει ο Κώστας, καθώς καταλαμβάνει το χώρο και τα περιεχόμενά του έτσι όπως είναι.
«Το κυλινδρικό πανόραμα δεν συλλαμβάνει μόνο ένα μικρό τμήμα του τοπίου. Αυτές οι εικόνες εκτιμούνται ακόμα περισσότερα, όταν εκτυπώνονται σε πάνω από ένα μέτρο σε μήκος – τότε γίνονται φανερές όλες οι λεπτομέρειες από τις οποίες αποτελούνται».
Όταν στο μυαλό υπάρχει ιδέα για πανοραμικό μοντάζ, η διαδικασία δεν είναι χρονοβόρα. Όπως εξηγεί ο Κώστας Χιόνης, σ’ αυτό το πρωτότυπο στυλ φωτογραφίας, το 20» είναι φωτογράφηση και το 80% επεξεργασία. Οι φωτογραφίες που θέλει να χρησιμοποιήσει ο φωτογράφος επιλέγονται και συγχωνεύονται. Στη συνέχεια, το ρετούς αρχίζει.
«Η μικρή λεπτομέρεια είναι που καταλαμβάνει το περισσότερο χρόνο. Πάντα, μετά από λίγες μέρες γυρνάω πίσω στην ίδια φωτογραφία, να ελέγξω τις λεπτομέρειες» υπογραμμίζει ο Κώστας.
Από το έργο του συμπάροικου, Κώστα Χιόνη, το πάθος για πανοράματα, τις πόλεις και την καταγραφή τους σε λυκόφως, είναι προφανές. Γι’ αυτόν το λυκόφως είναι και τα δύο: η χρυσή ώρα για τη φωτογράφηση και η επιβράβευση που έρχεται εάν το κάνετε σωστά.
«Είναι η ώρα που ο ουρανός είναι πλούσιος σε χρώματα, τα οποία αλλάζουν στις διαφορετικές εποχές και διάφορα μέρη του κόσμου. Πηγαίνετε έξω, και περιμένετε» λέει ο Κώστας για το πάθος του.
«SYDNEY360»
Το βιβλίο με συλλογή φωτογραφιών «Sydney360», έρχεται μετά την πρώτη δημοσίευση του Κώστα Χιόνη, με τίτλο «Melbourne Symmetry», που κυκλοφόρησε το 2008. Το βιβλίο αυτό, μετά από τέσσερα χρόνια, ακόμα συλλαμβάνει τη Μελβούρνη με ένα φρέσκο και μοναδικό τρόπο.
Το «Sydney360» είναι μια ασυνήθιστη δημοσίευση, που μπορεί να χρησιμεύσει ως ένας σύγχρονος οδηγός, που αποτυπώνει τα πιο διάσημα και τα πιο άγνωστα τοπία της πόλης. Για τον ίδιο το φωτογράφο, το πιο διασκεδαστικό μέρος είναι οι αντιδράσεις των ανθρώπων, καθώς ξεφυλλίζουν το βιβλίο, γυρνώντας το κεφάλι τους γύρω-γύρω και προσπαθώντας να βρουν τα αστικά τοπία από το βιβλίο.
«Οι περισσότεροι απολαμβάνουν το βιβλίο για αυτό το λόγο. Κάποιοι γνωρίζουν τα αξιοθέατα και τα αστικά τοπία, αλλά ποτέ δεν έχουν παρατηρήσει αυτό που τους περιβάλλει. Και το περιβάλλον είναι αυτό που ολοκληρώνει και δίνει μορφή σ’ ένα κτίριο, σ’ ένα αξιοθέατο» καταλήγει ο Κώστας.
Όλες οι φωτογραφίες στο βιβλίο φωτογραφιών «Sydney360» έγιναν με σκοπό τη δημοσίευση του βιβλίου αυτού, λόγω του οποίου ο φωτογράφος έκανε περίπου 12 επισκέψεις στο Σίδνεϊ, διάρκειας 4 με 10 ημερών, μέσα σε δυο χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν πάνω από 200 πανοράματα, από τα οποία γύρω στα 80 έχουν χρησιμοποιηθεί στο καινούργιο βιβλίο του Κώστα Χιόνη.
Για να παραγγείλετε το βιβλίο φωτογραφιών «Sydney360», επισκεφθείτε την ιστοσελίδα http://www.conhionis.com/sydney-360/
By 2004 the Picture Queensland project had digitised over 300 images of churches throughout Queensland. It was therefore in a position to help the National Trust of Queensland celebrate its 2004 Heritage Festival on the theme of Beacons of Faith – Places of Religious Significance.
Churches were (and often continue to be) an important part of the fabric of their community and often the centre for spiritual and social gatherings. Townships all over Queensland are represented in the Picture Queensland collection, including Chinchilla, Mount Morgan, Coolangatta, and Hughenden.
j
Founding a church
It was obviously not possible to perform a foundation stone ceremony in the case of the wooden churches in Queensland, so stump capping was sometimes employed as an alternative method of celebrating the initial stages of the construction of a church. Another phenomenon largely restricted to the timber churches of Queensland was the physical removal of these buildings from one district to another. An instance of this is the Charters Towers Baptist Church in the process of removal to another site. Some congregations out west did not have a religious structure for worship at all as in the case of the Methodist Bush Mission which spread the gospel from the back of a covered wagon.
In Brisbane, many of the suburban religious structures are featured, with photographs of the dedication of St Brigid’s at Red Hill, the erection of St. Matthew’s Anglican Church at Sherwood, a Sunday School group gathered outside St James’ Anglican Church at Enoggera and the results of a violent storm on Christ Church at Milton in 1890.
Plans for the erection of cathedrals did not always proceed as expected. The foundations of the Holy Name Cathedral in Ann Street were laid in 1928, though the cathedral was never built. Now, a block of apartments has been erected on the land. St John’s Cathedral has also been a continuing saga, for even though the foundation stone was laid by the Duke of York in 1901, the building is still not complete.
j
Brisbane’s Michelangelo
Brisbane had its very own Michelangelo in James Wieneke, a well known artist who painted the roof of St Joseph’s Church at Kangaroo Point. St Theodore’s, the Greek Orthodox Church in Townsville and the St Nicholas Russian Orthodox Church in Brisbane illustrate the multicultural aspects of the Queensland community.
Some of the great architectural structures in Brisbane are churches situated on spectacular sites with commanding views. They have been designed and built at huge expense by the most prominent architects, engineers and builders of the period. A large proportion of these buildings remain basically unchanged and are a significant part of our cultural heritage.
o
1947 Greeks churches groups (people) Greek Orthodox priests religious groups Townsville – Churches – St. Theodores Greek Orthodox Church, 1947 Townsville (Qld.)
Congregation and priest outside St. Theodores Greek Orthodox Church in Townsville, 1947.
k
Laying of foundation stone for St.Theodore’s Greek Orthodox Church, 1947
A Greek Orthodox priest applies mortar to the foundation stone of St.Theodore’s Greek Orthodox Church in Townsville on 16 March, 1947.
k
k
With the upcoming Greek Fest this weekend in Townsville why not take a look at some of the historic photographs held in the North Queensland Photographic Collection that depict aspects of the Townsville Greek community.
As usual, if you have anything you would like to share with us about any of these images or the people in them, we would love to hear from you.
k
Greek Church in Townsville
9
Inter-church ministers, 1983
k
Greek Orthodox Church
0
His Eminence Metropolitan Timotheos.
k
On the 23rd March 1947 he laid the foundation stone of St. Theodores Greek Orthodox Church,Sturt Street, Townsville.
.
“PHOTO NICHOLAS HELLEN WALKING HIS DAUGHTER HELEN TO THE CHURCH WHERE SHE MARRIED HARRY MASSELOS NOVEMBER 1951 TOWNSVILLE QUEENSLAND” 04/11/51 portraits fathers brides bouquets wedding parties wedding dresses Hellen family (Portraits) Townsville (Qld.)
St. Theodores Greek Orthodox Church, Townsville
St. Theodores Greek Orthodox Church, Sturt Street, Townsville, Australia, begun in 1947 and completed in 1950.
k
[1971 25th March dance – Children with Senator George Georges of Queensland in Melbourne for the occasion]
i
Group of men, possibly including proprietor, staff and clients, pose with a dog outside the N. Andronicos Olympia cafe. The shop awnings and signage are prominent. The cafe appears to advertise lollies, ices and tobacco.
.
Jack Mavromatis sits and reads a book in the yard behind his cafe. He wears a small bow tie. Some washing hangs from the line. A house on the adjoining property can be seen over the picket fence.
i
At the beginning of the official life of the Greek Community in Brisbane – the cast of ‘Golpho’ – a play produced in 1921 (probably at the Hellenic Club in Charlotte Street). At this time, there were only about 100-150 Greek families in Brisbane. (Description supplied with photograph.)
i
In the back row, third from the left, is Minas Logothetis holding a kitten. Fifth from the left is Anargeroo Megaloconomos holding an accordion. In the front row, second from the left, is Nicholas Logothetis. Fourth from the left is Peter Motis. All except three people of this gang were from the Greek island of Kythera (Description supplied with photograph).
u
Children from the Greek School performing in their annual theatre production at the Hellenic Club in Charlotte Street. This performance was probably intended to commemorate Greece’s heroic past and War of Independence (Description supplied with photograph).
0
DescriptionFront row: Jim Mavromatis, Mr. Politinski (conductor), Canon Garland, Archbishop Timotheos (Greek Orthodox Metropolitan in Australia), Christy Freeleague, Father Papadopoulos (St George’s priest), E. Venlis.DescriptionSecond row: George Trovas, Maria Anthony Freeleagus Kyriakos Koutsakos, Antigone Peter Freeleagus, Zoe Dragons, Manuel Trovas.DescriptionThird row: Xenophon Karandreou, Frank Freeleagus, Peter Drakakis, Jim Paschalites, Sophocles Trovas, Charlie Peter Freeleagus. (Information supplied with image)
i
The business was started around 1911 by John, Theo, Arthur, George and Paul Comino. During the cane cutting season, more than a thousand seasonal workers came to Childers. This cafe became a meeting place for Greeks working in the district. (Description supplied with photograph.)
i
Crowd at the dedication of the site of St George’s Greek Orthodox Church, Charlotte Street, Brisbane, 1928, on the Sunday between 31 October and 3 November. From left to right are Manuel Samios, Alec Kontozoglu, Peter Freeleagus, Charles Freeleagus, Father Elias Kotiades, Christy Freeleagus, George Faros, Theo Katrakis Mr Mauromatis and Angelo Koukias. (Description supplied with photograph).
i
Photograph of the interior of the Palmos’ fruit shop on the corner of Heidelberg Street and Lytton Road, East Brisbane. Flora Nott, nee McNeil was the children’s aunt.
i
Elizabeth and Jerry Palmos went home to Greece in 1947 to visit relatives. Denny Palmos in the back row, extreme left. (Description supplied with photograph.)
Archbishop Timotheos with parishioners at Gympie, 1930-1940.
Korean rapper Psy in the YouTube clip to Gangnam Style.
The world wide phenomenom Gangnam Style has taken a Greek turn on youtube with many Greek amatuer YouTubers having a go at creating the same viral sensation with their version of Korean rapper Psy’s global hit Gangham Style.
The original video – released on YouTube on July 15, 2012 – has hit over 500 million views.
The song was downloaded 816,000 times in its first week alone and has topped the charts in Greece and Australia.
It has spawned a plethora of copycat clips including ones produced in Greece.
Videos showing the youth of Greece replicating the ‘Gangnam Style’ dance move, and clips about politicians, have been seen on YouTube.
Here is a sample of one such video shot in Thessaloniki:
AHEPA Australasia held their 58th National Convention in Sydney last week at the AHEPA Hall in Rockdale with over 75 delegates from all over Australia attending.
The National President of AHEPA Australasia, Mr Elias Doufas, chaired the Convention accompanied by many of the National Lodge members with three special guests from America, including Joanne Saltas, Grand President of the Daughters of Penelope AHEPA USA.
The convention began with an official opening on Sunday 7 October at the Venus Function room preceding a church service at St Nicholas Greek Orthodox Church in Marrickville. Consul General for Greece in Sydney, Mr Vassileos Tolios spoke at the official opening and gave a detailed account of the current issues affecting our motherland Greece.
The business side to the convention began on Monday. The delegates were involved in various conferences and events exchanging many opinions and ideas on important educational, philanthropic and cultural issues as well as discussing new strategies for the future of the organisation and ways of encouraging new membership.
It was unanimously decided that AHEPA coordinate a National Fundraising Campaign in support of compatriots who are suffering hardship in Greece due to the financial crisis. Other organisations will be invited to assist with this very urgent and important effort. The convention discussed and endorsed resolutions concerning the important National Hellenic Issues such as the Macedonian, Cyprus, Pontian and Asia
Minor genocides, Theological College of Halkis and the restoration of the Parthenon Marbles.
Mr Elias Doufas was re-elected as the National President for AHEPA Australasia for another year. Mrs Christine Lynch of NSW was re-elected as the National Vice President, along with a team of another 16 members of the National Lodge.
The Convention heard that the total donations of $200,000 were made by AHEPA throughout the past year to various large and small charitable, educational and medical research institutions. This is a similar amount that is contributed each year. A substantial amount was also donated to the Children’s Hospital in Sydney.
It was also decided that next years convention will be held in Brisbane and the historical 60th national convention to be held in Armidale, NSW, close to where AHEPA began in 1954.
Ο Θ. Κολοκοτρώνης και τα παλικάρια του σε ανάπαυση μετά τη μάχη στα Δερβενάκια.
«Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» (πίνακας του Ντελακρουά).
«…Κρυφό σχολείο δεν υπήρχε πουθενά. Αυτό είναι ένα ιστορικό ψέμα (…) μερικοί ιερωμένοι (…) μάθαιναν τα αρχοντόπαιδα ανάγνωση και γραφή (…) τα μαθήματα αυτά γίνονταν όχι βέβαια σε ξεχωριστά χτίρια (…) αλλά στο νάρθηκα ή στα κελιά των εκκλησιών.
Η τουρκική εξουσία δεν εμπόδιζε τα σχολεία, για να είναι κρυφά» (Γιάννης Κορδάτος).
Τη σημαία ύψωσε πρώτος, στις 21 Μαρτίου 1821, ο λαογέννητος ηγέτης και Φιλικός Παναγιώτης Καρατζάς, στην Πάτρα, τον οποίο δολοφόνησαν οι πρόκριτοι.
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και οι πρόκριτοι της Αχαΐας μπήκαν στην Πάτρα στις 24 Μαρτίου 1821 και σχημάτισαν το «Αχαϊκόν Διευθυντήριον», συγκεντρώνοντας όλες τις εξουσίες.
Η καταστροφή του στρατού του Δράμαλη στα Δερβενάκια.
Η καταστροφή των Ψαρών. Εργο λαϊκού ζωγράφου (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).
«Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη», λεπτομέρεια από το έργο του Filippo Marsigli (Μουσείο Μπενάκη).
Μύθοι και σύμβολα μιας εθνικής επετείουΕισήγηση της Βάσως Νικολάου, από τον Παιδαγωγικό Όμιλο των Παρεμβάσεων Κινήσεων Συσπειρώσεων Π.Ε. στην ημερίδα που διοργάνωσε ο Παιδαγωγικός Όμιλος στις 29/2/2003, με θέμα: “Ιστορία και σχολείο.
Η περίπτωση των εθνικών γιορτών “Κάθε χρόνο γιορτάζεται με μεγάλη λαμπρότητα η επέτειος της 25ης Μαρτίου του 1821. Γιορτάζεται ένα ιστορικό γεγονός, αυτό της ελληνικής επανάστασης.
Τι είναι ιστορικό γεγονός και τι χαρακτήρας του δίνεται στο πέρασμα του χρόνου; Ξέρουμε ότι ιστορία είναι η αφήγηση του παρελθόντος. Αφήγηση η οποία δεν μπορεί να είναι ουδέτερη, αλλά προσδιορίζεται από κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές ανάγκες του παρόντος. Έτσι το γεγονός παραμορφώνεται μέσα από την οπτική του παρόντος.
Η αφήγηση για ’21 δεν υπήρξε ποτέ μία και ενιαία. Οι επιζώντες πρωταγωνιστές της επανάστασης θέλησαν να υποστηρίξουν το δίκιο τους, τη δική τους εκδοχή για τα γεγονότα.
Ο χαρακτήρας των απομνημονευμάτων των στρατιωτικών και των πολιτικών ηγετών ήταν απολογητικός. Το ότι έγραφαν δηλώνει τη βαρύτητα που απέδιδαν στη διατήρηση της μνήμης του γεγονότος. Έπρεπε πολλά να αποσιωπηθούν, όπως φόβοι, διλήμματα, ιδιοτέλειες, ανθρώπινες στάσεις.
Αυτά δεν είχαν θέση σε ένα νεοσύστατο κράτος που επιχειρούσε να αναπτύξει την εθνική συνείδηση. Γι’ αυτό έπρεπε να υποβαθμιστούν, να παραχαραχτούν γεγονότα όπως ο εμφύλιος στη διάρκεια της επανάστασης. Και δημιουργήθηκε μια ιστορία επική, που φιλοδοξούσε να διδάξει μέσα από ηρωικά πρότυπα.
Και αφού λοιπόν «η ιστορία δεν είναι προγονικές μνήμες ή συλλογική παράδοση, είναι αυτά που οι άνθρωποι έμαθαν από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους συγγραφείς ιστορικών βιβλίων…», όπως λέει ο Χομπσμπάουμ, το ελληνικό σχολείο έχει κάθε λόγο να καλλιεργεί όχι τη συστηματική ιστορική γνώση αλλά μια χειραγωγημένη και παραμορφωτική συλλογική μνήμη. Το μάθημα της Ιστορίας δεν είναι το μόνο που συμβάλλει στην κατεύθυνση αυτή.
Οι εθνικές γιορτές, οι επέτειοι, γίνονται για να μην «ξεχάσουμε», να θυμόμαστε πάντα, να είμαστε όλοι «εμείς». «Η μνήμη συνιστά στοιχείο ταυτότητας», γράφει η Αβδελά. «Οι κοινές μνήμες που μοιραζόμαστε με άλλους ανθρώπους σφυρηλατούν στενούς δεσμούς μαζί τους, την αίσθηση της κοινής μοίρας.
Η επίκληση της κοινής μνήμης γίνεται πιο επιτακτική όσο τα μέλη της ομάδας νιώθουν ότι απειλούνται να χάσουν τα χαρακτηριστικά εκείνα που προσδιορίζουν τη συλλογική τους ιδιαιτερότητα».
Μέσα στο σχολείο περισσότερο, αλλά και έξω, οι «μεγάλοι άνδρες», οι αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης, οι ήρωες, συνθέτουν την εθνική ιστορική μνήμη. Όλοι αυτοί οι ήρωες κοσμούν τις σχολικές αίθουσες στη γιορτή, πλάι στη θρησκευτική εικόνα και το χάρτη της Ελλάδας.
Σ΄ αυτή τη γιορτή η ιστορία έρχεται στο προσκήνιο και μεταφράζεται – ερμηνεύεται με διαφορετικούς τρόπους. Ο εκπαιδευτικός στο σχολείο την ερμηνεύει ανάλογα τα βιώματά του, τις πεποιθήσεις του περί εθνικού κράτους, τη στάση του εν γένει απέναντι στον «άλλο» τον «εχθρό».
Από την άλλη μεριά η πολιτεία με πανηγυρικούς, παρελάσεις, σημαιοστολισμούς, καταθέσεις στεφάνων, μηνύματα, δίνει στη γιορτή την εκδοχή της μιας και μοναδικής αντίληψης του ιστορικού παρελθόντος.
Από τα μαθητικά μας χρόνια όλοι όσοι βρισκόμαστε σε αυτή την αίθουσα έχουμε βιώσει και θυμόμαστε τα ποιήματα, τα τραγούδια, τα σκέτς στα οποία πήραμε μέρος και την υπερηφάνεια που αισθάνονταν οι γονείς μας όταν κρατούσαμε την ελληνική σημαία ή απαγγέλλαμε ποιήματα πατριωτικά.
Ας δούμε μέσα από μια μικρή έρευνα τάξης, σήμερα, τι ξέρουν τα παιδιά πριν τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου, τι τους έκανε εντύπωση στη γιορτή του σχολείου, και ποια τα συναισθήματά τους μετά τη γιορτή.Να τι λένε πριν: «Έχουμε την ελευθέρωση από τους Τούρκους το 1821.
Μέσα στη φυλακή είχαμε καθίσει 400 χρόνια», «Εγώ ξέρω ότι οι Τούρκοι πολέμησαν τους Έλληνες και οι Έλληνες νίκησαν», « Στον πόλεμο αυτό στρατηγός ήταν ο Κολοκοτρώνης», « Οι ήρωες του πολέμου ήταν ο Κολοκοτρώνης, ο Διάκος, ο Παπαφλέσσας», «Οι Τούρκοι στο τέλος έκοψαν το κεφάλι του Παπαφλέσσα»
Πώς περιγράφουν τη γιορτή: «Στη γιορτή άκουσα και είδα για τους ήρωες τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη και τη Μπουμπουλίνα.», «είδαμε σλάιτς για τον πόλεμο και την απελευθέρωση», «εμένα μου έκαναν εντύπωση οι εικόνες στον τοίχο με τους ήρωες», «Όλα τα παιδιά τραγουδήσαμε τον Εθνικό Ύμνο», «πριν μπούμε μέσα στην αίθουσα τα παιδιά πήραν πρώτα τη σημαία»
Τα συναισθήματα μετά τη γιορτή: «Εγώ αισθάνομαι λυπημένος γιατί μπορεί να γίνει πόλεμος και να σκοτωθεί πολύς κόσμος», «Εγώ θα ένιωθα χαρούμενη που νίκησε η Ελλάδα αλλά θα ένιωθα και λύπη γι αυτούς που σκοτώθηκαν μέσα σε 9 χρόνια.
Μακάρι να ήμουν εκεί να τους βοηθήσω», «Εμένα όταν μου λένε ότι θα είναι η 25η Μαρτίου αισθάνομαι πολύ χαρούμενη γιατί θα σηκώσω την Ελληνική σημαία», «Όταν ακούω για πόλεμο αισθάνομαι φόβο, ανατριχίλα και άλλα. Λυπάμαι όταν σκέφτομαι ότι στον πόλεμο έχουν πεθάνει πολλοί άνθρωπο», «Εγώ όταν ακούω για την 25η Μαρτίου του 1821 αισθάνομαι ότι ήμουν αρχηγός της Ελλάδας και πήγα με τα κλεφτόπουλα στον πόλεμο και νικήσαμε τους Τούρκους.
Εγώ αισθανόμουν χαρούμενος γιατί νικήσαμε αλλά κάποιοι σκοτώθηκαν και λυπόμουνα λίγο. Και μετά πήγαμε και τους φτιάξαμε μνημεία σ΄αυτούς που πέθαναν», «Εγώ όταν ακούω για την 25η Μαρτίου αισθάνομαι φόβο, γιατί μπορεί να γίνει πόλεμος, γιατί στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί άνθρωποι από άλλες χώρες»
Τι μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο για την Ιστορία μέσα από τη γιορτή της 25ης Μαρτίου; Όπως ακούσαμε όλα τα παιδιά μίλησαν για ήρωες, σημαία, τραγούδια, σφαγές, γενναίους. Πόσα όμως από αυτά που τα παιδιά μαθαίνουν για την ιστορία και την επανάσταση είναι αλήθεια και πόσα από αυτά είναι μυθεύματα;
Η ελληνική επανάσταση ήταν, ανάμεσα στα άλλα, ένα γεγονός συλλογικής αυτοεπιβεβαίωσης.
Την ίδια περίοδο, οι δύο βασικές επιστήμες με αντικείμενο την έρευνα του παρελθόντος, η ιστορία και η λαογραφία, συγκροτήθηκαν ως βασικοί “στυλοβάτες” της εθνικής ιδεολογίας –όπως συνέβη άλλωστε σε όλους τους ευρωπαϊκούς εθνικισμούς κατά τον 19ο αιώνα–, υπηρετώντας βασικές εγγενείς ανάγκες της: την “παλαιότητα” αλλά και τη “συνέχεια” του έθνους δια μέσου των αιώνων, την “ενότητα της φυλής” στο χώρο και στο χρόνο, την ορθοδοξία ως βασική διάσταση της εθνικής ταυτότητας ή το ιδεολόγημα του “ελληνοχριστιανικού πολιτισμού”.
Το ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του θα εφεύρει σύμβολα που θα ισχυροποιήσουν την ενοποίησή του.
Επιπλέον, στις πρώτες δεκαετίες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, η κατασκευή των εθνικών μύθων, ο εξωραϊσμός του ρόλου της Εκκλησίας και η ανάπτυξη και εμπέδωση της Μεγάλης Ιδέας, συντέλεσαν μεταξύ άλλων στην πειθάρχηση του κοινωνικού σώματος και στη μετατόπιση των λαϊκών προσδοκιών και οραμάτων, από το εσωτερικό, όπου κυριαρχούσαν τα αιτήματα για αναδιανομή της γης, αποκατάσταση των αγωνιστών και Σύνταγμα, στο εξωτερικό, στις περιοχές που «όφειλαν να απελευθερώσουν ή να διεκδικήσουν».
Σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο και ανάγκες δημιουργήθηκαν μύθοι που ανάλογα με την εποχή διαφοροποιούνταν.Ας δούμε μερικούς από τους πιο χαρακτηριστικούς αυτούς μύθους. Το κρυφό σχολειό
Όπως γράφει ο Παναγιώτης Στάθης, ιστορικός :
«Το “κρυφό σχολειό“ αποτελεί έναν από τους πιο γοητευτικούς και συνάμα και από τους πιο ανθεκτικούς και πιο διαδεδομένους μύθους της εθνικής μας ιστορίας. Τα τελευταία χρόνια εκδόθηκαν δύο πολύ καλές μελέτες που συγκλίνουν στις βασικές τους θέσεις και οι οποίες αφενός αποδεικνύουν την ανυπαρξία παρόμοιου θεσμού την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας, αφετέρου διερευνούν τους όρους δημιουργίας και κατίσχυσης του μύθου στον μετεπαναστατικό 19ο αιώνα.
Η διερεύνηση, άλλωστε, αυτής της διαδρομής συνιστά ίσως τον αποτελεσματικότερο τρόπο κατάδειξης της ανυπαρξίας κρυφού σχολειού. Αναφέρομαι στο βιβλίο του Άλκη Αγγέλου Το κρυφό σχολειό, χρονικό ενός μύθου, που εκδόθηκε στα 1997 και στο άρθρο του Αλέξη Πολίτη «Φεγγαράκι μου λαμπρό …» το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του συγγραφέα.
Το μυθολογικό κενό που εκδόθηκε το 2000. Και τα δύο αποτελούν επεξεργασμένες και εμπλουτισμένες διατυπώσεις παλαιότερων θέσεων των συγγραφέων που είχαν δει το φως η μεν του Αγγέλου στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (τ. ΙΑ΄) της Εκδοτικής Αθηνών στα 1974, η δε του Πολίτη στα 1994 στην εφημερίδα Αυγή.
Η κριτική που άσκησε ο Αγγέλου, όσο και άλλοι ερευνητές στο μύθο ήδη από τη μεταπολεμική περίοδο καθώς και το ανανεωτικό πνεύμα που επικράτησε στα σχολικά εγχειρίδια από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 είχαν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή απάλειψη της αναφοράς του τόσο από τα αναλυτικά προγράμματα όσο και από το σύνολο σχεδόν των σχολικών εγχειριδίων της μέσης και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ωστόσο ο μύθος φαίνεται να ανθίσταται αν όχι και να επεκτείνει τη διάδοση του».
Η Αγία Λαύρα
Γιατί αλήθεια επικράτησε να γιορτάζεται την 25η Μαρτίου αυτή η επέτειος;Από νωρίς η έρευνα, οι ιστορικοί, απέδειξαν ότι η έναρξη της επανάστασης δεν συμπίπτει με την 25η Μάρτη και μάλιστα στη Αγία Λαύρα. Δυο λόγοι ήταν κυρίως που καθιερώθηκε η 25η Μάρτη και μάλιστα το1838 να γιορτάζεται τότε.
Ο πρώτος λόγος ήταν ο ψευδής ισχυρισμός ότι τότε και από εκεί ξεκίνησε η ελλ. επαν. Ο δεύτερος λόγος ήταν ο γιορτασμός του Ευαγγελισμού. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο όπως γράφει ο Βασίλης Κρεμμυδάς μια γαλλική εφημερίδα της εποχής δημοσίευε ένα κείμενο του Π.Π.Γερμανού στο οποίο τονίζεται η θρησκευτικότητα του ξεσηκωμού των Ελλήνων, το οποίο υποτίθεται έγινε ενώπιον του κλήρου και πιστών σε έναν ιερό τόπο και σε μια χρονική στιγμή που κανείς άλλος δεν είχε κηρύξει την επανάσταση.
Η δημοσίευση αυτού του κειμένου στη γαλλική εφημερίδα εξυπηρετούσε τον Π.Π.Γερμανό και διευκόλυνε τις πολιτικές του επιδιώξεις. Από την άλλη η Γαλλία θα αποκόμιζε κι αυτή τα οφέλη της αφού η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη θα πληροφορούνταν ότι ο Π.Π.Γερμανός ήταν «δικός τους».
Το κείμενο αυτό μιας ομιλίας που δεν έγινε αμφισβητείται γιατί περιείχε σχεδόν αποκλειστικά αποσπάσματα από την Παλαιά Διαθήκη. Δεν έμοιαζε δηλ με τις προκηρύξεις των Ελλήνων που καλούνταν για γενικό ξεσηκωμό. Οι πρωταγωνιστές αυτής της υπόθεσης, το γαλλικό προξενείο Πατρών και ο Π.Π.Γερμανός βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση ως προς τις νέες σχέσεις που διαμορφώνονταν.
Η γαλλική εμπορική παρουσία στην περιοχή είχε εξασθενίσει και ο Π.Π.Γερμανός δεν θα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν. Από όλες τις δυνατές ημερομηνίες για τον εορτασμό της ελλην. επαν. είχε επιλεγεί από το 1838 εκείνη της έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα, είτε της 24ηε Φεβρουαρίου που εκδηλώθηκε το κίνημα του Υψηλάντη είτε της 23ης Μαρτίου όταν ξεσπά η επαναστατική δράση στην Πελοπόννησο.
Δεν είναι τυχαία η τελική επιλογή της 25ης Μάρτη και μάλιστα από τη Μονή της Αγίας Λαύρας. Ο ρόλος της εκκλησίας σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης ήταν καθοριστικός. Η σύνδεση του εθνικού αγώνα με την εκκλησία αποτέλεσε τη βάση σύνδεσης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Έτσι, ο Κωλέτης στα χρόνια του Όθωνα προτείνει ο εορτασμός να γίνεται την 25η Μάρτη με το εποχείρημα ότι οι καλόγεροι του Μεγάλου Σπηλαίου είχαν προφητέψει τη μέρα αυτή ως μέρα απελευθέρωσης του γένους.
Κάθε μύθος χρειάζεται το σύμβολό του για να καθιερωθεί στην ιστορική μνήμη και συνείδηση. Το κρυφό σχολειό καθιερώθηκε στη μνήμη από το ρασοφόρο δάσκαλο – παπά και γύρω του παιδιά, επίσης ο Πίνακας του Γύζη έπαιξε ρόλο όπως και η σύνδεσή του με το γνωστό τραγουδάκι φεγγαράκι μου λαμπρό. Πώς να ξεχαστεί ο μύθος όταν πριν από λίγα χρόνια ήταν τυπωμένο στα διακοσάδραχμα.το 1996. Από τη μια μεριά ήταν ο Ρήγας Φεραίος κι από την άλλη ο πίνακας του Γύζη.
Επιπλέον τυπώθηκε σε γραμματόσημο που κυκλοφόρησε το 1971 με την ευκαιρία της επετείου των 150 χρόνων από την επανάσταση του 1821• Μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ότι το κρυφό σχολειό συνιστούσε έκφραση της επίσημης κρατικής ιδεολογίας πολλά χρόνια μετά την επιστημονική κατάδειξη του μυθικού του χαρακτήρα.
Η Αγία Λαύρα είχε κι αυτή το δικό της λάβαρο-σύμβολο.
Πώς όμως αυτά τα σύμβολα χρησιμοποιούνται ακόμα σήμερα με διάφορες αφορμές ; Το έργο του Γύζη έχει μεγαλώσει γενιές μαθητών κι έχει μετουσιωθεί στη συνείδησή τους από καλλιτεχνική αναπαράσταση σε ιστορική μαρτυρία.
Ας δούμε μαζί μερικές χρήσιμες επισημάνσεις γι’ αυτούς τους μύθους.
Ο Μπαμπινιώτης σε ένα συνέδριο το 1996 με θέμα «Ορθοδοξία και Παιδεία» θύμισε στους συνέδρους ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξε μαχητικό κομμάτι του ελληνικού έθνους και πέρα για πέρα προοδευτικό, άλλοτε αγωνιζόμενη για το φωτισμό του Γένους με το κρυφό σχολειό, άλλοτε μαχόμενη εναντίον του προσηλυτισμού και της ξένης θρησκευτικής προπαγάνδας.»
Ο Εμφιετζόγλου όταν δημοπρατήθηκε ο πίνακας του Γύζη και τον απέκτησε, έκανε την εξής δήλωση: «Η αγάπη για την τέχνη δεν έχει καμία σχέση με αυτή την κίνηση. Το κρυφό σχολειό είναι κομμάτι της ιστορίας της πατρίδας μας.
Και είναι κάτι που θα θυμίσει σε πάρα πολλούς αυτό που έχουν ξεχάσει. Ότι πάνω από τα ταπεινά υπάρχουν ιδανικά για τα οποία πολέμησαν, περήφανα, οι πατέρες μας.»
Η κ. Κατερίνα Δασκαλάκη νοσταλγούσε το 1993 το κακοτυπωμένο ασπρόμαυρο κρυφό σχολειό του σχολικού της βιβλίου και συμπληρώνει: «της ελληνικής πολιτείας δεν της περισσεύουν χρήματα από τις προεκλογικές καμπάνιες για να αγοράσει το πίνακα, δεν της περισσεύουν για να κρατήσει ένα θησαυρό και να τον δείχνει στα παιδιά της : μη σκιάζεστε στα σκότη»
Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πολλές φορές έχει χρησιμοποιήσει τους μύθους και τα σύμβολα για να τονώσει το θρησκευτικό ιδεώδες. Θυμηθείτε στο θέμα της αναγραφής ή όχι του θρησκεύματος στις ταυτότητες ο Χριστόδουλος είχε κατέβει στο Σύνταγμα με το λάβαρο της Αγίας Λαύρας. Να μας θυμίσει τι άραγε; Ή πάλι απ τον πανηγυρικό του Χριστόδουλου για την 25η Μαρτίου 2002, «αντλώντας δύναμη από το Γένος των Ελλήνων που είχε την αποκλειστική υποστήριξη του Χριστού με τη μεσολάβηση της Θεοτόκου στον αγώνα εναντίον των άθεων Αγαρηνών»…Λίγο καιρό μετά την κρίση στα Ίμια ο Γιώργος Καψάλης διατύπωνε την πρόθεσή του να γιορτάσει την επέτειο της 25ης Μαρτίου στις βραχονησίδες Ίμια.
Είχε κάνει αίτηση στο λιμεναρχείο ζητώντας κάθε νόμιμη διευκόλυνση και προστασία , η εκδήλωση προφανώς δεν πραγματοποιήθηκε.Ένας μύθος δύσκολα φεύγει από τη μνήμη όταν γύρω του πολλά τον θυμίζουν.
Ψάχνοντας στο internet υλικό γι αυτή την εκδήλωση και πληκτρολογώντας τη λέξη κρυφό σχολειό βρήκαμε αμέτρητες ιστοσελίδες με τίτλους τοπικών συλλόγων, εντύπων με αυτή την επωνυμία, τραγούδια, εκκλησιαστικούς λόγους, μουσειακές αναπαραστάσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας που καλούν τους πολίτες να τα επισκεφτούν. Επίσης σε πολλά παιδικά ιστορικά μυθιστορήματα γίνεται αναφορά στο κρυφό σχολειό.
Η Παιδική Σκηνή του Θεάτρου Μπροντγουαίη του Βασίλη Πλατάκη έχει επίσης ανεβάσει στο παρελθόν την παράσταση Το Κρυφό Σχολειό. Έχουν γραφεί ακόμη αρκετά θεατρικά σκετς και ποιήματα που παρουσιάζονται στις σχολικές εθνικές γιορτές. Αναφέρω για παράδειγμα το θεατρικό σκετς Το κρυφό σχολειό του Γιάννη Σμυρνιωτάκη το οποίο μάλιστα χρονολογεί τη λειτουργία του κρυφού σχολειού μετά τον Ρήγα Φεραίο, το θεατρικό έργο Το φως του λυχναριού, και το ποίημα Κρυφό Σχολειό.
Αν κρίνω από τα προγράμματα των σχολικών εορτών για την 25η Μαρτίου που κυκλοφορούν σήμερα στο διαδίκτυο, σπάνια απουσιάζει κάποιο σκετς ή ποίημα για το κρυφό σχολειό.Ας σημειωθεί ότι σε όλες τις εικαστικές αλλά και τις λογοτεχνικές αναπαραστάσεις ακολουθείται το πρότυπο του πίνακα του Νικολάου Γύζη, ο οποίος άλλωστε έχει καθορίσει την κυρίαρχη εικόνα του κρυφού σχολειού τόσο με την εκφραστική δύναμη του όσο και με την πολλαπλή αναπαραγωγή του σε σχολικές και άλλες εκδόσεις.Ακόμα και σήμερα η επίσημη – κυρίαρχη ιστορική καταγραφή της επανάστασης του ’21 και πολύ περισσότερο η σχολική εκδοχή της, συνεχίζει να κινείται στα όρια ιστορικού και μυθικού.
Τα κύρια στοιχεία αυτού του «συστήματος ιδεών» είναι τα παρακάτω :
1ον : Η εμφάνιση του έθνους ως κοινότητα που υπάρχει και υπήρχε στο διηνεκές και απλά η επανάσταση του ’21 αποτέλεσε την «αφύπνισή του». Η σχολική ιστορία κυριαρχείται από αυτή την αντίληψη όταν από την Δ’ Δημοτικού ακόμα αναφέρει τους Δωριείς ως «ελληνικά φύλα που ήρθαν από το βορά».
2ον : Η αποστέωση της επανάστασης του ’21 από την επαναστατικότητά της, ο εξοστρακισμός του κοινωνικού στοιχείου, η υποβάθμιση της επιρροής του Διαφωτισμού και της γαλλικής επανάστασης και η αποσιώπηση των εσωτερικών κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων που οδήγησαν στη Βαυαροκρατία, στην περιθωριοποίηση των αγωνιστών του ’21 και στη νέα υποταγή των αγροτικών και λαϊκών στρωμάτων.
3ον : Ο εξωραϊσμός του «εθνικού» ρόλου της Εκκλησίας και η ανάδειξη της ορθοδοξίας ως βασικής διάστασης της εθνικής ταυτότητας.Το ελληνικό σχολείο είναι λοιπον ακόμα παγιδευμένο στην εθνικιστική αντίληψη του 19ου αιώνα, δηλ. στους εθνικούς μύθους που νομιμοποιούν τη διεκδίκηση εδαφών και προετοιμάζουν τους επεκτατικούς πολέμους.
Η ιστορία του σχολείου είναι σε μεγάλο ποσοστό μυθολογία που αποσιωπά τη νεωτερική διάσταση της έννοιας έθνος και τη δημιουργία των εθνών, εμφανίζει το ελληνικό έθνος σαν οντότητα περίπου αιώνια και περίπου φυσική που την ενώνουν δεσμοί αίματος, σαν μια οικογένεια με απόλυτη πάντα ομοιογένεια, ανεπηρέαστη πολιτισμικά από τα κοινωνικά γενόμενα και την πορεία της ιστορίας στη μακρά διάρκεια.
Η ιστορία του σχολείου αποδίδει σε «εμάς» τους Έλληνες μόνο δίκαια ενώ στους «άλλους» αποδίδει άλλοτε άδικα και άλλοτε «συμφέροντα», αποδίδει επίσης όλα τα επιτεύγματα και τις πολεμικές νίκες στα χαρίσματα και στον ηρωισμό των Ελλήνων, ενώ αποδίδει όλα τα λάθη και τις πολεμικές ήττες στην αγριότητα των εχθρών και την αδιαφορία των συμμάχων, εμφανίζοντας έτσι την ηγεσία του ελληνικού κράτους απολύτως ανεύθυνη για τις ήττες και τις καταστροφές.
Η ιστορία του σχολείου εμφανίζει σαν απελευθερωτικούς όλους τους πολέμους του ελληνικού κράτους και άρα εμφανίζει σαν αμυντική την επεκτατική πολιτική άλλων εποχών.
Από αυτή την οπτική γωνία, του εγκλωβισμού του σχολείου στα εθνικιστικά πρότυπα προηγούμενων δεκαετιών, αξίζει τον κόπο να επανεξετάσουμε και ένα ακόμα ζήτημα : τις μαθητικές παρελάσεις.
Ο θεσμός των παρελάσεων καθιερώθηκε από το Μεταξά επίσημα, μαζί στρατιωτική και μαθητική το 1936. Οι μαθητές παρελαύνουν μπροστά από το Μεταξά και το βασιλιά κλείνοντας την κεφαλή επί δεξιά. Ομοιόμορφα ντυμένοι παρατεταγμένοι σα στρατιώτες υψώνουν το ανάστημά τους και υποκλίνονται στην εξουσία- το κράτος.
Σήμερα επιπλέον, γίνεται μεγάλη συζήτηση στις παραμονές των εθνικών γιορτών για το ποιος θα κρατάει τη σημαία στις παρελάσεις. «Όποιος κρατάει τη σημαία πρέπει να είναι έτοιμος να σκοτώσει και να σκοτωθεί για την πατρίδα» ισχυριζόταν ο Παπαθεμελής πρόσφατα. Πράγματι, αν το σχολείο έχει σαν στόχο να προετοιμάζει στρατιώτες «έτοιμους να θυσιαστούν για την πατρίδα», τότε οι μαθητές έχει νόημα να παρελαύνουν με στρατιωτικά εμβατήρια κρατώντας μόνο Έλληνες τη σημαία.
Οι μεταξικές παρελάσεις είχαν πρότυπα ναζιστικά και στόχο να προετοιμάζουν σιδερένιους στρατούς. Σήμερα γιατί γίνονται παρελάσεις; Γιατί οι αντιδράσεις περιορίζονται στην απαίτηση «να παρελάσει και η εθνική αντίσταση» ή στο «δικαίωμα των μεταναστών να κρατούν τη σημαία» ; Γιατί ως εκπαιδευτικοί δεν αντιδρούμε στις παρελάσεις παρά μεμονωμένα, όπως στην περίπτωση της συναδέλφου Φρατζέσκας Ρωμάνου η οποία διώχτηκε από την υπηρεσία για την επιλογή της;Κλείνοντας ας γυρίσουμε πάλι στα βιβλία Ιστορίας.
Η απάλειψη των μύθων από τα βιβλία όπως διαπιστώσαμε δεν είναι επαρκής. Οι μύθοι και τα σύμβολα κυριαρχούν και θα κυριαρχούν στα βιβλία της ιστορίας κάθε που το κράτος θα τα χρησιμοποιεί για «εθνικούς, πατριωτικούς, θρησκευτικούς λόγους διαπαιδαγώγησης». Στα υπό κατασκευή καινούρια βιβλία ιστορίας διαβάζουμε εισαγωγικά για τους στόχους της διδασκαλίας της ιστορίας :
« Να αποκτήσουν εθνική συνείδηση και αγάπη για τη χώρα τους», και ειδικότερα στη ΣΤ΄τάξη για την ελληνική επανάσταση και για το θέμα που μας απασχόλησε σήμερα: «να γνωρίσουν τις συνθήκες λειτουργίας των σχολείων την εποχή της σκλαβιάς και τους παράγοντες που οδήγησαν στην προοδευτική ανάπτυξή τους». Το ότι μιλούμε σήμερα για μύθους είναι μεγάλο βήμα, ένα βήμα όμως μετέωρο. Άλλωστε, η σχέση που τα παιδιά διαμορφώνουν με την ιστορία εντάσσεται στην ευρύτερη στάση που η κοινωνία επιφυλάσσει στην ιστορική γνώση.
Αν δεχτούμε ότι κάθε στάση απέναντι στην ιστορική γνώση, κάθε σκέψη γι’ αυτήν, αποπνέουν το κλίμα της εποχής τους, χρειάζεται να εκτιμήσουμε ότι οι ανάγκες των κυρίαρχων του σήμερα διαφοροποιούνται από τις ιδεολογικές αποσκευές των εθνικών επετείων και τη συνακόλουθη μυθολογία τους και αναζητούν μια νέα μυθολογική ανασύνθεση του παρελθόντος.
Πολύ περισσότερο που αυτές οι «ανάγκες» αντιστοιχούν, διαχέονται και ανακλώνται σε διαφορετικά, ακόμα και σε αντίπαλα ρεύματα, προκαλώντας αντιφάσεις και συγκρούσεις. Τα προτάγματα της «Ισχυρής Ελλάδας», της «Ολυμπιακής Ιδέας» και της «ευρωπαϊκής προοπτικής στα ευρύτερα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης», συνυπάρχουν με τις στρατιωτικές αποστολές κατά των «βαρβάρων του μουσουλμανικού τόξου», με την ξενοφοβία και το ρατσισμό.
Όπως έχει εύστοχα διατυπωθεί, «υπάρχει, μια κυρίαρχη Δημόσια ιστορία, συγκάτοικος του τεχνοκρατισμού και της αναπαραγωγής στερεοτύπων που διοχετεύονται από τα ΜΜΕ, τον διαφημιστικό και τον πολιτικό λόγο, τα αναλυτικά σχολικά προγράμματα. Μια Δημόσια ιστορία που επιστρατεύεται και λατρεύεται ως «κληρονομιά» για να επενδύσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες ή την υπεράσπιση των “εθνικών θεμάτων”.» (Δ.Λαμπροπούλου) Αυτές και άλλες σύγχρονες σταυροφορίες και επιδιώξεις, διαμορφώνουν τη βάση της ανάπτυξης, σύγκρουσης και συνύπαρξης των κοσμοπολίτικων και εθνικιστικών εκδοχών αυτής της Δημόσιας Ιστορίας.
Έτσι, είναι πολύ πιθανό, στο επόμενο διάστημα, η υποβάθμιση ή και εξαφάνιση του ιστορικού ρόλου των κοινωνικών, ταξικών, εθνικών και όποιων άλλων διαχωριστικών γραμμών, να συνυπάρχει με τις εθνικιστικές εξάρσεις, τις παρελάσεις και την αναπαραγωγή της μυθολογίας του 19ου αιώνα.
Άλλωστε, το πρόσφατο παράδειγμα της λογοκρισίας της αναφοράς σχολικού βιβλίου της ιστορίας στο ρόλο της ΕΟΚΑ Β’, λογοκρισία την οποία επέβαλλε ο Υπουργός Παιδείας κ. Ευθυμίου με δήλωσή του, αποδεικνύει, ότι η ιστορική καταγραφή και αφήγηση δεν καθορίζεται από το επιστημονικό κριτήριο, αλλά από τις ανάγκες και τις ισορροπίες της εξωτερικής πολιτικής και της διπλωματίας.
«Στο κλίμα της εποχής, ευδοκιμεί η υποταγή σ’ ένα παρόν που θεωρείται αυτονόητο και δεδομένο, ενώ συγχρόνως εκχερσώνονται τα ερωτήματα που υπονομεύουν αυτή την εικόνα. Όμως η στάση απέναντι στο παρελθόν, η περιέργεια για τη γνώση του εξαρτώνται από τέτοια ακριβώς ερωτήματα.
Αν δεχτούμε ότι η άγνοια του παρελθόντος δεν προκαλεί μόνο συγχύσεις στη γνώση του παρόντος αλλά και υπονομεύει κάθε δυνατότητα δράσης στο παρόν, τότε πρέπει να αναρωτηθούμε αν η ιστορική γνώση των μαθητών συμβάλλει στην ανάληψη τέτοιας δράσης. Αν τους βοηθά να γίνουν εξερευνητές του ζωντανού κόσμου .
Αν, με άλλα λόγια, η γνώση τους για την ιστορία αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη της κριτικής τους συνείδησης και πρακτικής». (Δήμητρα Λαμπροπούλου, Η κυρίαρχη ιδεολογία το μεγαλύτερο μαργαριτάρι, εφημερίδα Πριν, 20/7/2003)
Η λειτουργία της μνήμης δεν είναι να δοξάζει το παρελθόν. Είναι να βοηθά να φανταστούμε το μέλλον.
Η διδασκόμενη ιστορία πρέπει να κάνει δημόσιες, διαθέσιμες τις αλήθειες που απειλούνται ή αποσιωπώνται. Η ανάδειξη της κοινωνικής βάσης των συγκρούσεων αλλά και όλων των διαχωριστικών γραμμών που τέμνουν και καθορίζουν τα ιστορικά γεγονότα, η ερμηνεία της ήττας των απελευθερωτικών σκιρτημάτων, η αποκάλυψη της φρίκης του πολέμου, η ανακάλυψη της αξίας της φιλίας και της αλληλεγγύης των λαών, είναι πλευρές που αξίζει και πρέπει να βγουν στο φως της σχολικής αίθουσας.
Όσο εύκολη φαντάζει η απάντηση στα παραπάνω προβλήματα τόσο δύσκολη αποδεικνύεται η αναληψη δράσης για τη λύση τους. Η υποκρισία με την οποία οι υπεύθυνοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα δεν έχει να προσφέρει τίποτα στο δημόσιο διάλογο. Απομένουν να αποδειχτούν η ευαισθησία και η υπευθυνότητα τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των ιστορικών.
Που, για να μετατρέψουν τη σχολική ιστορία σε μια περιπέτεια κριτικής σκέψης και δημιουργικής φαντασίας, οφείλουν να προχωρήσουν σε αρκετές πράξεις ανατροπής.
Tο κρυφό σχολειό και η κρυφή του αλήθεια
Για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, που τον γιορτάζουμε στη Λαύρα τη μέρα που εκείνος ήταν στην Πάτρα, και για το κρυφό σχολειό, που ήταν όμως φανερό, λέγαμε στην προηγούμενη επιφυλλίδα. Kαι τ’ αφήσαμε στη μέση. Πέρασε στο μεταξύ η 25η Mαρτίου, κατά τα γνωστά, με παρελάσεις και κάθε λογής θεατρικά: Όπου το «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ» το απάγγειλε ολόκληρο, μέσα στην εκκλησία, ο ξέρετε ποιος Ο γνωστός πίνακας του N. Γύζη, όπου «μορφοποιείται» ο μύθος του κρυφού σχολειού.
Έγραφα ότι η νεότερη ιστοριογραφία αποδεικνύει πως το περίφημο κρυφό σχολειό δεν υπήρξε, και ούτε είχε λόγο να υπάρξει, καθώς η εκπαίδευση τα χρόνια της τουρκοκρατίας λειτουργούσε απρόσκοπτα. Αυτά μας έλεγαν άλλωστε και παλαιότεροι, όπως είδαμε με σχετικά παραθέματα, ο Γιάννης Βλαχογιάννης, αλλά και ο Μανουήλ Γεδεών, μέγας χαρτοφύλακας και χρονογράφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Συνεχίζω με άλλο ένα παράθεμα του Γεδεών, αντλημένο και αυτό από την ειδική μελέτη του Aλκη Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό: χρονικό ενός μύθου (Εστία, 1997): «η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την χριστιανικήν θρησκείαν, εγίνωσκεν ότι εις τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται, και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως και συνεπώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν». Αυτά γράφει το 1939 ο «του ανατολικού κλίματος» λόγιος.
Αλλά ήδη το 1820, μέσα δηλαδή στην Ιστορία της εποχής, ο επιφανής κληρικός και δάσκαλος του Γένους Νεόφυτος Βάμβας, που μεγαλουργεί στο περιλάλητο -και ελεύθερο, φυσικά- Γυμνάσιο της Χίου, λέει: «Είτε από αδιαφορία είτε ως αρχή η Υψηλή Πύλη δεν αντιτάχθηκε καθόλου στην πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας».
Και το 1873, στα Ιστορικά περί της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, ο Δημητσανίτης Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματικός του Κολοκοτρώνη και έτσι βασικός ιστορικός του Αγώνα, γράφει ότι κατά την τουρκοκρατία «η λατρεία των χριστιανών εξησκείτο ελευθέρως και δημοσία και επροστατεύετο μάλιστα και από τους Τούρκους […] επροστατεύετο δε και ελευθέρως ενηργείτο και η εκπαίδευσις».
Το ειδικό βάρος αυτής της μαρτυρίας είναι ότι ο Οικονόμου σπούδασε αρχικά στη σχολή της πατρίδας του. Και η σχολή της πατρίδας του ήταν η Μονή Φιλοσόφου. Και στη Μονή Φιλοσόφου λειτουργούσε, κατά τον θρύλο, ένα από τα περιφημότερα -και βασικά για τη δημιουργία και την καλλιέργεια του μύθου- κρυφά σχολειά. Πώς δεν μνημονεύει λοιπόν ο Δημητσανίτης τη μετέπειτα «τουριστική ατραξιόν» της ιδιαίτερης πατρίδας του;
Έτσι κι αλλιώς, ούτε η ιστορία αλλά ούτε και η κοινή λογική μπορεί να συνδέσει την απαγόρευση αυτών που θα λέγαμε σήμερα «δημοτικά σχολεία» -που ήταν περίπου αυτοσχέδια και υποτυπώδη, όπως σ’ ολόκληρη την Ευρώπη την εποχή εκείνη- με την απρόσκοπτη λειτουργία ανώτερων εκπαιδευτηρίων και πατριαρχικών ακαδημιών, από το Γυμνάσιο της Χίου που αναφέραμε πιο πάνω ώς τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Και πώς να απαγορευόταν η κατώτερη εκπαίδευση, λόγου χάρη στα ορεινά χωριά, όπου στα περισσότερα σπάνια είδαν Τούρκο πάνω από μία φορά το χρόνο, όταν περνούσε να εισπράξει το φόρο (αν δεν ήταν και πάλι ο κοτζαμπάσης);
Ή και σε νησιά ολόκληρα, στις Κυκλάδες, όπου στα περισσότερα δεν έχουμε μόνιμη εγκατάσταση Τούρκων; Και πιο χαρακτηριστικά στην Τήνο, που μόλις τον 18ο αιώνα πέφτει στα χέρια των Τούρκων, χωρίς και πάλι ν’ αλλάξει τίποτα στη ζωή των κατοίκων της, «με την καθολική απουσία Τούρκων από το νησί» (Αγγέλου, σ. 60); Κι όμως, στην Τήνο θρυλείται λειτουργία κρυφού σχολειού, και από εκεί μας έρχεται, έμμεσα εννοείται, ο γνωστός πίνακας του -Τηνιακού- Νικολάου Γύζη, ζωγραφισμένος το 1886 στη Γερμανία.
Μύθος λοιπόν το κρυφό σχολειό, και μάλιστα όψιμος, που γεννιέται στα μέσα πια του 19ου αιώνα, αφού από ολόκληρη την περίοδο της τουρκοκρατίας δεν υπάρχει καμία απολύτως μαρτυρία. Τη συναρπαστική, από μια άποψη, σύστασή του την ανιχνεύει βήμα προς βήμα ο Aλκης Αγγέλου.
Στη μελέτη που ανέφερα πιο πάνω παρακολουθούμε μια διαδρομή η οποία ξεκινά, στα χρόνια του Αγώνα, από τη συνάντηση της εθνικής σκοπιμότητας -όταν προσπαθούμε να τραβήξουμε το σπλαχνικό βλέμμα των ξένων δυνάμεων- με τη λαογραφία, όπου το ευρύτατα διαδομένο παιδικό τραγουδάκι-νανούρισμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό…» θεωρήθηκε ότι περιγράφει τα παιδιά που έτρεχαν νύχτα στα όρη και στα βουνά, μες στους λύκους, να πάνε κρυφά απ’ τους Τούρκους στο γειτονικό μοναστήρι, να μάθουν γράμματα.
Κι όμως, στους βασικούς συλλογείς του τραγουδιού (Φωριέλ 1824, Σάντερς 1844, Πάσσοβ 1860 κ.ά.) δεν γίνεται ο παραμικρός συσχετισμός με κρυφό σχολειό. Ειδικότερα για την πορεία του παιδικού τραγουδιού και τη σύνδεσή του με το μύθο μάς κατατοπίζει η μελέτη του Αλέξη Πολίτη «Φεγγαράκι μου λαμπρό…», που δημοσιεύτηκε στην Αυγή το 1994 και έπειτα το 2000 στο βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Το μυθολογικό κενό (εκδ. Πόλις), ένα βιβλίο γενικότερα ενδιαφέρον, καθώς προσεγγίζει βασικούς μύθους της νεότερης ιστορίας.
Κορύφωση της διαδρομής του μύθου και αποκρυστάλλωσή του αποτελεί ο σχετικός πίνακας του Νικολάου Γύζη το 1886, και το ποίημα που εμπνέεται από αυτόν το 1899 ο Ιωάννης Πολέμης («Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά…»).
H οπτικοποίηση πια του «κρυφού σχολειού» μαζί με τη συστηματική διδασκαλία του ποιήματος από τα σχολικά βιβλία εγκαθιστούν οριστικά στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση έναν μύθο οπωσδήποτε γοητευτικό, τέκνο της μεγαλύτερης έξαρσης του ρομαντικού φιλελληνισμού και γενικότερα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα.
Που τον συντηρεί και τον υπερασπίζεται, με νύχια και με δόντια και με λογοκριτικές παρεμβάσεις, προπάντων η Εκκλησία, αφού σ’ αυτόν ειδικά το μύθο επιχειρείται να εμφανιστεί σαν αυτονόητος ο εθνοσωτήριος ρόλος της κατά την τουρκοκρατία και τον Αγώνα.
Ώστε τουριστική ατραξιόν, είπα παραπάνω, το κρυφό σχολειό; Ο Παναγιώτης Στάθης, σε υπό έκδοση μελέτη του, όπου εξετάζει την πολυπλοκότητα του μύθου και τη σύνθετη διαδρομή του («Το κρυφό σχολειό: διαδρομές του μύθου, διαδρομές της ιστορίας»), παρακολουθεί συστηματικά την εξάπλωση των κρυφών σχολειών -όχι βεβαίως στην εποχή τους αλλά στην εποχή μας: «Μέχρι και τη δεκαετία του 1960 τα κρυφά σχολειά ανά την Ελλάδα που έχω συναντήσει δεν ξεπερνούν τα 10.
Πρόκειται για τα κρυφά σχολειά στις μονές Φιλοσόφου Δημητσάνας […], Ντίλιου Ιωαννίνων, Αγίας Τριάδας Τήνου, Αγίου Γεωργίου Φενεού Κορινθίας, και ίσως ακόμα στις μονές Φανερωμένης Ιεράπετρας, Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων Λακωνίας, Άνω Δίβρης Ηλείας, καθώς και ένα τοπωνύμιο στην Ίο.
Από αυτά δε μόνο τα τρία πρώτα εμφανίζονται προπολεμικά. Από τη δεκαετία του 1970 όμως τα “ανακαλυπτόμενα” κρυφά σχολειά αυξάνονται κατακόρυφα…» Και φτάνουν αισίως τα 102!
Από αυτά, τα περισσότερα «αναφέρονται σε ιστοσελίδες που έχουν στόχο, άμεσα ή έμμεσα, την τουριστική αγορά: σελίδες προβολής νομών, δήμων ή παλαιών κοινοτήτων, σελίδες τουριστικών επιχειρήσεων, σελίδες προβολής μοναστηριών».
Όπου κελί, ανήλιαγο δωμάτιο ή κρύπτη, εκεί κι ένα κρυφό σχολειό. Ακόμα κι αν σε ορισμένα μετά βίας χωράει ένας άνθρωπος μόνος του. Ακόμα κι αν βρίσκονται μακριά από οικισμούς, όπου χρειαζόταν ταξίδι ολόκληρο για να φτάσει, και μάλιστα κρυφά, μικρό παιδί. Ακόμα κι αν πολλά εντοπίζονται σε μέρη όπου λειτουργούσε φανερά κοτζάμ ιερατική ή ανώτερη σχολή. Ακόμα κι αν ορισμένα από αυτά τοποθετούνται τώρα μέσα σε οθωμανικά κάστρα, όπως στα κάστρα της Κορώνης και του Άργους!
«O μύθος ριζώνει γερά μέσα μας» γράφει ο Αλέξης Πολίτης (σ. 70), «καθώς εδράζεται σε μια συμβολική ανάγνωση της ζωής, σε μια ποιητική, αναλογική πρόσληψη της πραγματικότητας».
Αλλά, σκέφτομαι εγώ καμιά φορά, η ποίηση μας μάρανε! Ιστορική αλήθεια και ιστορία του έθνους; Μπα, μπίζνες!
H Eκκλησία στο Eικοσιένα
Mύθοι και ιδεολογήματα
Όταν ο Αρχιεπίσκοπος, ο κ. Χριστόδουλος, προβάλλει τον εαυτό του και την Εκκλησία ως υπερασπιστές των εθνικών ιδεωδών του περιούσιου ελληνικού λαού, όταν κλαίει για τις «Χαμένες πατρίδες», όταν τραγουδάει το γνωστό αλυτρωτικό άσμα, δεν επιδιώκει τόσο να συγκινήσει τον κόσμο της προσφυγιάς, που βρίσκεται ήδη στην τρίτη γενιά του, όσο επιδιώκει να ταυτιστεί με την εθνική μας Ιστορία, με την περιπέτεια της κοινωνίας στον χρόνο.
Σε αυτές τις περιπτώσεις ο λόγος του Αρχιεπισκόπου δεν είναι αμιγώς πολιτικός, παρά προβάλλεται ως εθνικός λόγος, με σκοπό να ταυτιστεί η εθνική Ιστορία με την Εκκλησία με σκοπό να αναδείξει ως πρωταρχικό τον εθνικό ρόλο της. Για την ευόδωση του σκοπού, ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος, περισσότερο από οποιονδήποτε κοντινό ή μακρινό προκάτοχό του, χρησιμοποιεί τους ιστορικούς μύθους και τα ιδεολογήματα, κατασκευές της Εκκλησίας επίσης, εμμέσως ή αμέσως, κατά το πολλαπλώς εθνικά κρίσιμο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Με ακόμη περισσότερη έμφαση, ο Αρχιεπίσκοπος προβάλλει την Εκκλησία – και τον εαυτό του – ως τον μόνο θεματοφύλακα του έθνους – συχνά κάνει λόγο για το Γένος, που είναι διαφορετικό – ως φύλακα των παραδόσεων και της γνησιότητας του λαϊκού ως τον μοναδικό ιστό του έθνους που δεν υπέστη αλλοιώσεις από το πέρασμα του χρόνου.
Χρησιμοποίησα αυτήν τη μακρά εισαγωγή για να πω ότι η Εκκλησία στις πιο κρίσιμες στιγμές του έθνους, για να χρησιμοποιήσω δικό της όρο, ήταν απούσα για την Επανάσταση του 1821 μάλιστα ήταν ανοιχτά αντίθετη, γιατί η ιδεολογία της ήταν αντεπαναστατική.
Στην Εγκύκλιο του Μαρτίου 1821 ο Πατριάρχης Γρηγόριος E’ ισχυρίστηκε ότι οι επί γης εξουσίες, οι βασιλείες, είναι θεόπεμπτες και όποιος οργανώνει ανταρσία εναντίον τους διαπράττει μέγιστο αμάρτημα, είναι σαν να κινείται εναντίον τού Θεού και γι’ αυτό η Εκκλησία τον αφορίζει και τον καταδικάζει σε αιώνια τιμωρία – και τον Σουλτάνο ο Θεός τον έστειλε και οι Έλληνες που οργάνωναν την Επανάσταση διέπρατταν το ίδιο αμάρτημα. Προσπάθησαν κατόπιν να ισχυριστούν ότι τον Πατριάρχη τον εξανάγκασε η οθωμανική κυβέρνηση να εκδώσει την εν λόγω Εγκύκλιο αλλά υπάρχει άλλη Εγκύκλιος, του ίδιου Πατριάρχη, του 1797, όταν ούτε η ιδέα για Επανάσταση δεν είχε εμφανιστεί, με το ίδιο ιδεολογικό περιεχόμενο.
Και προσπάθησαν να ισχυριστούν ότι μπορεί το Πατριαρχείο να ήταν περιορισμένο, ο κλήρος όμως έγινε μπροστάρης. Εν τούτοις, τα εγχειρίδια Ιστορίας δεν γνωρίζουν άλλον επίσκοπο από τον Π. Πατρών Γερμανό και οι ιστορικοί γνωρίζουμε 3-4 ακόμη που έπαιξαν ρόλο (ενώ η Πελοπόννησος διέθετε πάνω από 30) έπαιξαν όμως ρόλο όχι με την ιδιότητα του ιερωμένου ή με αυτήν του εκπροσώπου της Εκκλησίας, αλλά με την ιδιότητα του εκπροσώπου της επαρχίας τους, με την ιδιότητα του ηγέτη, ενός από τους ηγέτες της.
Γι’ αυτό, η σημερινή ηγεσία της Εκκλησίας δεν επιμένει να αναδείξει πρωτεύοντα ρόλο τής πριν από σχεδόν διακόσια χρόνια προκατόχου της πολύ περισσότερο που ο μόνος με πρωταγωνιστικό ρόλο ιερωμένος παραήταν επαναστάτης έπρεπε λοιπόν να εξαφανιστεί από την κατά την Εκκλησία εθνική Ιστορία ο Παπαφλέσσας και να εφευρεθεί ρόλος που τη βόλευε. Προκειμένου να συνδεθεί η Εκκλησία με το Έθνος κατασκευάστηκε ένας από τους πιο ανθεκτικούς ιστορικούς μύθους: ο επίσκοπος Π. Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο-σημαία της Επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, κήρυξε δηλαδή την ελευθερία του Έθνους την κήρυξε η Εκκλησία.
Ένα άγνωστο έως τώρα τεκμήριο μάς δείχνει καθαρά πως κατασκευάστηκαν οι ιστορικοί μύθοι από την Εκκλησία κατά το γενεσιουργό τους δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: τον Μάιο του 1889 ένας πρωτοσύγκελλος βεβαίωσε ότι ο Π. Π. Γερμανών ευλόγησε τα όπλα, ύψωσε τη σημαία και «ανεκήρυξε την ανεξαρτησίαν της πατρίδος». Δεν χρειάζεται να απασχοληθούμε εδώ με το περιεχόμενο του εγγράφου, μολονότι πολύ ενδιαφέρον χρειάζεται να δούμε κάτι άλλο: ο εν λόγω πρωτοσύγκελλος είχε γεννηθεί το 1797, ήταν δηλαδή το 1821 24 ετών το 1889 όμως ήταν 92 ετών.
Έχουμε λοιπόν κάποιον, ο οποίος σε ηλικία 92 ετών θυμόταν με απίστευτες λεπτομέρειες – και βεβαίωνε επισήμως – γεγονότα που απείχαν 68 χρόνια! Αυτό που πρέπει να επισημάνω είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα είδος «διαπλοκής» της οικογένειας Ζαΐμη, επί δεκαετίες κατόχου της σημαίας, με την Εκκλησία και με το γεγονός και ότι αυτά συμβαίνουν σε μια κρίσιμη στιγμή, όπου παραεξουσιαστικές οργανώσεις με «εθνικό» σκοπό προβάλλουν τα «εθνικά δίκαια», προπαγανδίζουν την ανάγκη για διεκδίκησή τους και πιέζουν για πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Πολύ περισσότερο όμως επιμένει η σημερινή ηγεσία της στον ρόλο της Εκκλησίας κατά την Τουρκοκρατία, με την κατασκευή άλλων μύθων: διάσωση της παιδείας, των παραδόσεων και της γλώσσας του Έθνους που, γι’ αυτόν τον λόγο, διατήρησε την ταυτότητά του και μπόρεσε να επαναστατήσει και να αποκτήσει την ανεξαρτησία του.
Και ενώ η ιστοριογραφία μάς έχει αποκαλύψει και τεκμηριώσει τους κατασκευασμένους από την Εκκλησία και ασμένως υιοθετημένους από την πολιτική εξουσία μύθους, η σημερινή ηγεσία της Εκκλησίας επιμένει σ’ αυτούς, σε βαθμό που τοπικές ηγεσίες της να επιμένουν και να επιδεικνύουν Κρυφά Σχολειά, ας πούμε, σε τόπους όπου κατά την Τουρκοκρατία δεν κατοικούσαν άνθρωποι επιμένει να κηρύσσει τη διάσωση της παιδείας και των παραδόσεων από τα μοναστήρια και τους ναούς την ώρα που και μεγάλος αριθμός κανονικών σχολείων λειτουργούσε και κανένας δεν εμπόδιζε τη λειτουργία τους – ο Οθωμανός κατακτητής δεν είχε απαγορεύσει τη λειτουργία σχολείων, τι χρειάζονταν τα «κρυφά» με το «φεγγαράκι το λαμπρό».
Αλλά και τη γλώσσα από ποιον εχθρό, από ποιες απαγορεύσεις τη διέσωσαν. Και ευτυχώς που δεν χρειάστηκε να τη «διασώσουν», γιατί αν συγκρίνουμε δύο σύγχρονα κείμενα του τέλους της Τουρκοκρατίας, μία Εγκύκλιο της Εκκλησίας, ας πούμε, και μία επιστολή εμπόρου θα διαπιστώσουμε ότι η Εκκλησία δεν είχε καμία σχέση με την από τότε διαμορφούμενη νέα ελληνική γλώσσα. Ο Βασίλης Κρεμμυδάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής των «Αρχείων Πρωθυπουργού»;
Το εθνικό και ταξικό περιεχόμενο της επανάστασης του 1821
Η πραγματική ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 1821 απέχει αρκετά από την επίσημη εκδοχή της, έτσι τουλάχιστον όπως διαμορφώθηκε με την πλήρη επικράτηση τής ελληνικής αστικής τάξης, την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και τη διευθέτηση του ζητήματος του “ξένου προστάτη” για το νεότευκτο κράτος.
Από τη μια υπάρχουν τα σχολικά βιβλία και οι τόμοι των επίσημων εκφραστών της αστικής αντίληψης για το ζήτημα, που παρουσιάζουν (πλήρως διαστρεβλωμένο) τον εθνικό χαρακτήρα του “εικοσιένα” αποσιωπώντας ή υποτιμώντας το κοινωνικό και ταξικό του περιεχόμενο. Ακόμα και για πασίγνωστα γεγονότα, όπως η εμφύλια σύγκρουση σχεδόν αμέσως μετά το ξέσπασμα της επανάστασης, η επίσημη εκδοχή καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να περιορίσει τη σημασία τους και να τα παρουσιάσει ως μια θλιβερή παρένθεση στη “μεγαλειώδη” πορεία της “εθνικής παλιγγενεσίας”.
Από την άλλη, υπάρχει μια πλούσια ιστοριογραφία απομνημονευμάτων λαϊκών αγωνιστών (Κολοκοτρώνη, Περραιβού κ.ά.), τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, η “Ελληνική Νομαρχία”, μελέτες του Κορδάτου και του Βαλέτα, τα καυστικά κείμενα του Γιάννη Σκαρίμπα, αλλά και ξένων ιστορικών, όπως του Φίνλεϊ, που προσεγγίζουν την πραγματική διάσταση του ζητήματος και προβάλλουν, πέρα από τον εθνικοαπελευθερωτικό (που έτσι κι αλλιώς υπήρχε) και τον ταξικό-κοινωνικό χαρακτήρα της επανάστασης.
Στα κείμενα αυτά μπορούμε να δούμε τον αντιδραστικό ρόλο της Εκκλησίας και των κοτζαμπάσηδων, την υπονόμευση του αγώνα από μερίδα της ελληνικής αστικής τάξης που έφτασε μέχρι και την ανοιχτή προδοσία, αλλά και τον ηρωικό αγώνα απλών λαϊκών αγωνιστών που κατάφεραν εμπνευσμένοι από την πρόσφατη γαλλική επανάσταση, σε πολλές περιπτώσεις, να κυριαρχήσουν (σε τοπικό επίπεδο) και να θέσουν (έστω και πρόωρα) ζήτημα λαϊκής εξουσίας.
Οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στην προεπαναστατική περίοδο
Η ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 1821 έχει σαν αφετηρία της τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία αρκετά χρόνια πριν.
Η ελληνική αστική τάξη, με τον τρόπο που διαμορφώθηκε, μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες, είχε αναπτυχθεί αρκετά και σε τέτοιο βαθμό που μόνο η δημιουργία ενός δικού της εθνικού κράτους θα μπορούσε να αποτελέσει τον όρο για το προχώρημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Από τα πρώτα χρόνια της κατάκτησης του ελλαδικού χώρου από τους Οθωμανούς δόθηκαν αρκετές δυνατότητες ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας.
Αυτό συνετέλεσε, αργότερα, στην ανάπτυξη της μικρής βιοτεχνίας (κυρίως οικογενειακής) αλλά μέσα στο 17ο αιώνα στην προώθηση των εξαγωγών και του εμπορίου σε όλη σχεδόν τη Δυτική Ευρώπη. Ταυτόχρονα αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό και η ναυτιλία.
Μάλιστα από το 18ο αιώνα η ελληνική ναυτιλία και το θαλάσσιο εμπόριο θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατείχαν μια από τις πρώτες θέσεις στο μεσογειακό χώρο.
Το αποτέλεσμα ήταν η ίδρυση ελληνικών παροικιών σε πολλές πόλεις της Ευρώπης. Ετσι δεν θα αργούσε να τεθεί με πιο έντονο τρόπο η αναγκαιότητα συγκρότησης ελληνικού κράτους.Φυσικά, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε η αστική τάξη από μόνη της να φέρει σε πέρας αυτή την ανατροπή. Επρεπε να κερδίσει με το μέρος της τον ελληνικό λαό, την αγροτιά αλλά και τους ακτήμονες που ήταν μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού.
Απ’ την άλλη μεριά συχνά ξεσπούσαν λαϊκές εξεγέρσεις, σε τοπικό επίπεδο, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν ακαθοδήγητες, υποκινούνταν από ομάδες ακτημόνων και είχαν απώτερο στόχο τη δικαιότερη μοιρασιά της γης, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας ανήκε σε τσιφλικάδες.
Οι προσπάθειες της αστικής τάξης να πυροδοτήσει τις εξελίξεις για την επανάσταση και να καθοδηγήσει με πιο ολοκληρωμένο τρόπο την υπόθεση αυτή ξεκινάν μετά τα 1750 και πάντα με τις διασυνδέσεις που υπήρχαν με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, κύρια της Ρωσίας (το ξανθό γένος) που είχε σοβαρό λόγο αλλαγής τού τότε status.
Είναι γνωστές οι προσπάθειες παραμερισμού της κυριαρχίας των Τούρκων και καθόδου της στη Μεσόγειο.
Ρήγας Φεραίος
Σημαντική από αυτή την άποψη ήταν η προσπάθεια του Ρήγα Φεραίου να ξεκινήσει την επανάσταση των εθνοτήτων σε όλο τον βαλκανικό χώρο, με την προοπτική ίδρυσης της βαλκανικής ομοσπονδίας. Ενα όραμα αρκετά προοδευτικό, που αν συνδυαστεί με το κοινωνικό περιεχόμενο που έθετε θα λέγαμε ότι δείχνει έναν άνθρωπο που έβλεπε πολύ μακρύτερα από την εποχή του. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι καλούσε ακόμα και τη φτωχολογιά των Τούρκων να επαναστατήσει ενάντια στο σουλτάνο:
“Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμιοί, Νησιώτες και Ηπειρώτες, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερία να ζώσουμε σπαθί, ν’ ανάψουμε μια φλόγα εις όλην την Τουρκιά, να τρέξει απ’ την Μπόννα έως την Αραπια…να σφάξουμε τους λύκους που τον ζυγόν βαστούνκαι Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν”.
(Γ. Κορδάτου, “Ο Ρήγας Φεραίος και η βαλκανική ομοσπονδία”, σελ. 72).
Με τέτοια κηρύγματα ο Ρήγας και οι συνεργάτες του προσπαθούσαν να ενώσουν τους λαούς των Βαλκανίων. Δεν έμελλε όμως να ζήσει πολύ για να ολοκληρώσει το έργο του. Το Δεκέμβρη του 1797 συλλαμβάνεται στην Τεργέστη. Ακολουθεί κύμα συλλήψεων από την αυστριακή αστυνομία. Τον Απρίλη του 1798 ο Ρήγας και οι σύντροφοί του παραδίδονται στις τουρκικές αρχές. Στις 17 Ιούνη τον στραγγαλίζουν μαζί με άλλους 8 Ελληνες που κρατούνταν σε φυλακή του Βελιγραδίου.
Με την ευκαιρία αξίζει να δούμε τη στάση της Εκκλησίας στο ζήτημα. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όταν συνελήφθη ο Ρήγας, με εγκύκλιο του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, καλούσε τους δεσποτάδες να κατάσχουν το επαναστατικό μανιφέστο του Ρήγα γιατί όπως ανέφερε “πλήρες υπάρχει σαθρότητος εκ των δολερών αυτού εννοιών, τοις δόγμασι της ορθοδόξου ημών πίστεως εναντιούμενον”.
Ο ίδιος, πλαστογραφώντας το όνομα του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ανθιμου, εξέδωσε την περίφημη “Πατρική διδασκαλία” με την οποία τασσόταν ενάντια σε κάθε ιδέα εθνικής εξέγερσης, ενάντια στις δημοκρατικές αρχές της γαλλικής επανάστασης και καθησύχαζε το λαό λέγοντας ότι οι Τούρκοι ήταν… θεόσταλτοι.
Δεν ήταν πρωτόγνωρη αυτή η φιλοτουρκική στάση του ανώτερου κλήρου και δικαιολογείται πλήρως, αφού από την πρώτη στιγμή της οθωμανικής κυριαρχίας όχι μόνο διατήρησαν τα όποια προνόμια είχαν επί Βυζαντίου, αλλά τα διεύρυναν κιόλας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε χριστιανός ήταν υποχρεωμένος να δίνει το ένα τρίτο των εισοδημάτων του στην Εκκλησία (ειδικός φόρος που λεγόταν ρόγα ή ζητεία). (Γ. Κορδάτου, “Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επανάστασης του 1821”, σελ. 71).
Φιλική Εταιρεία
Στα 1814 ιδρύεται στην Οδησσό η Φιλική Εταιρεία. Σκοπός της μυστικής αυτής οργάνωσης ήταν να ξεκινήσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Μπορεί στη διακήρυξή της να μην είχε τις προοδευτικές-ριζοσπαστικές ιδέες του Ρήγα αλλά έθετε ένα σοβαρό ζήτημα για την εποχή: την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και την ίδρυση κράτους βασισμένου μόνο στις δυνάμεις των Ελλήνων.
Στην αρχή η ανάπτυξή της ήταν υποτυπώδης. Μάλιστα έγινε πρόταση στον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της, αλλά αυτός αρνήθηκε. Στην αυτοβιογραφία του εξηγεί τους λόγους: “Οι καταστρώσαντες τοιαύτα τα σχέδια είναι περισσότερον ένοχοι και αυτοί ωθούν την Ελλάδα προς τον όλεθρον. Είναι ελεεινοί εμποροϋπάλληλοι, καταστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής… Σας επαναλαμβάνω: φυλαχτείτε από τοιούτους άνδρας”. (Γ. Κορδάτου, “Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επανάστασης του 1821”, σελ. 142).
Αναμενόμενο από έναν άνθρωπο με μαύρο παρελθόν. Δεν είναι βέβαια γνωστή η δράση του πριν από την επανάσταση. Η αστική ιστοριογραφία θέλει να δείξει τα έργα του ως πρώτου κυβερνήτη μετά την επανάσταση και ξεχνά ένα πολύ σημαντικό γεγονός που στιγμάτισε τη δράση του.
Οταν στα 1804 στα Εφτάνησα επικρατούν οι Ρώσοι, στην Κεφαλονιά ξεσπά αγροτική αντιφεουδαρχική εξέγερση. Ο Καποδίστριας, τοποτηρητής των Ρώσων και γνήσιος υπηρέτης της ρωσικής κατοχής, έπνιξε στο αίμα την εξέγερση, τασσόμενος σαφώς με το μέρος των φεουδαρχών.
Στα 1818 η έδρα της Φιλικής Εταιρείας μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη και η Εταιρεία αρχίζει να αναπτύσσεται ραγδαία. Στην οργάνωση όμως μπήκαν και πολλοί Φαναριώτες και κοτζαμπάσηδες, αλλάζοντας ριζικά τη σύνθεσή της. Μετά το θάνατο του Σκουφά ανατίθεται η αρχηγία στον Αλέξανδρο Υψηλάντη.
Οι τάσεις που συνυπήρχαν μέσα στους Φιλικούς ήταν:α) Η αστικοδημοκρατική-προοδευτική τάση. Ηταν οι συνεχιστές του Ρήγα που στηρίζονταν στην προοδευτική μερίδα των αστών και στις λαϊκές μάζες. Εκπρόσωποί της ήταν, εκτός από το Σκουφά, οι: Αναγνωστόπουλος, Κολοκοτρώνης, Παπαφλέσσας, Νικηταράς, Αναγνωσταράς, Ανδρούτσος κ.ά.β)
Η συντηρητική-συμβιβαστική τάση. Στηριζόταν στη συντηρητική μερίδα των αστών και σύναψε συμμαχίες με τους κοτζαμπάσηδες και τους Αγγλους. Εκπρόσωποί της ήταν οι: Μαυροκορδάτος, Ιγνάτιος, Νέγρης, Κουντουριώτηδες, Ορλάνδος κ.ά.γ) Η αντιδραστική τάση.
Ηταν οι: μεγαλοκοτζαμπάσηδες και παλιά φεουδαρχικά στοιχεία που υπονόμευαν διαρκώς την επανάσταση. Εκπρόσωποί της ήταν οι: Ζαΐμης, Λόντος, Νοταράς, Π. Π. Γερμανός, Χρύσανθος Μονεμβασιάς κ.ά.Από τη στιγμή εκείνη τα γεγονότα ήταν ραγδαία. Ο Αλ. Υψηλάντης συντάσσει, μαζί με τον Παπαφλέσσα και το Γεώργιο Λεβέντη, το “Γενικόν Σχέδιον” της επανάστασης.
Το σχέδιο προέβλεπε ταυτόχρονη επανάσταση στη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Μολδοβλαχία, την Ηπειρο και την Πελοπόννησο. Αποφασίζεται να κατέβει ο Αλ. Υψηλάντης στην Πελοπόννησο και να ξεκινήσει την επανάσταση στα τέλη του 1820 ταυτόχρονα σε όλα τα Βαλκάνια.
Στη Σερβία με τον Οβρένοβιτς, στη Μολδοβλαχία με τον Βλαντιμιρέσκου, καθώς και στη Βουλγαρία. Τελικά το σχέδιο τροποποιήθηκε γιατί ο Οβρένοβιτς δεν ακολούθησε και οι Αγγλοι ειδοποίησαν το σουλτάνο για τα σχέδια των Φιλικών. Επίσης ο Αλ. Υψηλάντης λόγω των αντιδραστικών του πεποιθήσεων διέταξε τον τουφεκισμό του Βλαντιμιρέσκου, καθώς ο τελευταίος ήθελε να δημιουργήσει καθαρά αγροτικό κίνημα ενάντια όχι μόνο στους Τούρκους, αλλά και στους φεουδάρχες, πράγμα που έβρισκε αντίθετο τον, μοναρχικών αντιλήψεων, πρίγκιπα.
Το αποτέλεσμα ήταν να μην ακολουθήσουν μαζικά άλλες εθνότητες και να ναυαγήσει η προσπάθεια (ήττα στο Δραγατσάνι).
Στις αρχές του 1821 έρχονται οι απεσταλμένοι των Φιλικών στη Νότια Ελλάδα για να συντονίσουν τις προετοιμασίες της επανάστασης.
Αρχισε να φαίνεται ξεκάθαρα πλέον ότι οι κοτζαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος δεν ήθελαν σε καμιά περίπτωση την επανάσταση.
Χαρακτηριστική είναι η συνάντηση στις 26 Γενάρη στη Βοστίτσα (Αίγιο), στο σπίτι του Ανδρέα Λόντου, όπου ο Παπαφλέσσας προσπαθεί να πείσει τους κοτζαμπάσηδες, τους καπετάνιους, τους δεσποτάδες και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό να ξεκινήσει η επανάσταση.
Οι περισσότεροι από αυτούς αρνούνται. Μάλιστα απείλησαν τον Παπαφλέσσα ότι θα τον φυλάκιζαν ή και θα τον σκότωναν αν δεν σταματούσε την επαναστατική του προπαγάνδα.
Λαϊκές εξεγέρσεις
Στις 21 Μάρτη ο τσαγκάρης Παν. Καρατζάς ξεσηκώνει τους Πατρινούς.
Η Πάτρα καταλαμβάνεται από τους εξεγερμένους και οι Τούρκοι κλείνονται στο κάστρο. Στις 22-23 Μάρτη ξεσηκώνεται η Μάνη. Ο Κολοκοτρώνης κι ο Παπαφλέσσας μπαίνουν την ίδια μέρα στην Καλαμάτα και την ελευθερώνουν. Η επανάσταση είχε ήδη αρχίσει παρά την επίσημη άποψη ότι ξεκίνησε στο μοναστήρι τη Αγίας Λαύρας στις 25 Μάρτη.
Στις 24 Μάρτη φτάνουν στην Πάτρα, που ήταν ήδη κατειλημμένη από το λαό, ο αρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ανδρέας Ζαΐμης και ο Ανδρέας Λόντος, εκ των υστέρων και αφού δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά, κηρύσσουν την επανάσταση στην Πελοπόννησο.
Από τότε ξεκίνησε μια προσπάθεια της παλιάς κάστας που κατείχε τα προνόμια αλλά και της νέας αστικής τάξης που διαμορφώθηκε, να κυριαρχήσουν, να πάρουν τα ηνία της επανάστασης και να αποτρέψουν κάθε λαϊκό ξέσπασμα που απειλούσε τα συμφέροντά τους και ξέφευγε από τα πλαίσια που αυτοί έθεταν. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ο λαός κατάφερε έστω και πρόσκαιρα να κυριαρχήσει.
Οπως στην Υδρα που ένας γνήσιος λαϊκός ηγέτης, ο Αντώνης Οικονόμου, κηρύσσει την επανάσταση στις 28 Μάρτη και ο λαός καταλαμβάνει το διοικητήριο του νησιού καθώς και πολλά καράβια. Υποχρεώνουν τους μεγαλοκαραβοκύρηδες να δώσουν μέρος από την περιουσία τους για την επανάσταση κι έτσι ο στόλος της Υδρας μετατρέπεται σε ισχυρό πολεμικό ναυτικό. Τα ίδια συμβαίνουν και στις Σπέτσες και στα Ψαρά στις αρχές Απρίλη και σε λίγο στα περισσότερα νησιά.
Γενικά στα νησιά ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας πήρε έντονο ταξικό χαρακτήρα, αφού εκεί δημιουργήθηκαν οργανωμένα λαϊκά κόμματα. Χαρακτηριστικά στην Ανδρο, με ηγέτη τον αγρότη Δ. Μπαλή, το λαϊκό κίνημα ήταν επηρεασμένο από τις αρχές της γαλλικής επανάστασης (στους λόγους του ο Μπαλής μιλούσε για κομμούνα), στη Σάμο με τον Λυκούργο Λογοθέτη και στη Χίο με τον αγρότη Μπουρνιά εφαρμόστηκε πρόγραμμα αντιφεουδαρχικό με διανομή της μεγάλης ιδιοκτησίας σε μικροκαλλιεργητές και ακτήμονες.
Αξίζει να αναφέρουμε ένα απόσπασμα της προκήρυξης του Δ. Μπαλή που απευθυνόταν στο λαό της Ανδρου. Είναι από τα σπάνια ιστορικά ντοκουμέντα και καταδεικνύει το προχώρημα που πραγματοποιήθηκε στη σκέψη και τις ιδέες του λαού την εποχή εκείνη:
“Διατί και ημείς κατά την παρούσαν στιγμήν να μην αποτινάξωμεν όχι μόνον το ζυγόν των Τούρκων, αλλά και των αρχόντων; (…) Η γη ανήκει εις ημάς τους δουλευτάς της και όχι στους ολίγους Τουρκάρχοντας που τη νέμονται με το δικαίωμα του ισχυρότερου (…) θα δουλεύωμεν εις το εξής τα φέουδα όλοι μαζί και θα απολαμβάνει τον καρπόν των η κομμούνα μας και θα γίνεται δικαία μοιρασιά της σοδειάς εις όλους τους δουλευτάδες, ανάλογα με τον κόπον τους και την δούλευσίν τους”.
(Δ. Φωτιάδη, “Η επανάσταση του ‘21”, τ. Β, σελ. 92 -το απόσπασμα υπάρχει και σε σχολικό βιβλίο της Β’ Λυκείου, 1997).
Αλλά και στην Αθήνα ο Μελέτης Βασιλείου (αξιόλογος λαϊκός ηγέτης) ξεσηκώνει την πόλη, αναγκάζει τους Τούρκους να κλειστούν στην Ακρόπολη και για ένα διάστημα ο λαός παίρνει την εξουσία.
Οι κοτζαμπάσηδες όμως καταφέρνουν με την πρώτη ευκαιρία να ξαναπάρουν την εξουσία, καταδιώκουν τον Βασιλείου μέχρι την Εύβοια, όπου και τον δολοφονούν.Πολύ γρήγορα η επανάσταση απλώνεται σε όλη την Πελοπόννησο και τον Απρίλη στα νησιά. Μέχρι το Μάη η επανάσταση επεκτείνεται στη Μαγνησία, στη Χαλκιδική, στην Εύβοια, στην Κρήτη, στο Μεσολόγγι, στο Αγρίνιο, στο Σούλι.
Ομως οι κοτζαμπάσηδες δεν έμειναν άπρακτοι. Το Μάη επιτίθενται στον Οικονόμου, στο διοικητήριο της Υδρας, και αυτός αναγκάζεται να φύγει. Μετά από λίγο τον συλλαμβάνουν και τον μεταφέρουν στην Πελοπόννησο για να τον σκοτώσουν. Υστερα από αλλεπάλληλες συλλήψεις και αποδράσεις ο Οικονόμου αποφασίζει να πάει το Δεκέμβρη στην Α’ Εθνοσυνέλευση για να ζητήσει δικαιοσύνη.
Λίγο πριν από την Εθνοσυνέλευση άντρες του Λόντου τον σκοτώνουν. Στη Χίο και στη Σάμο αφού οι τοπικοί προύχοντες δεν μπορούσαν να καταστείλουν την εξέγερση, κατάφεραν να επικοινωνήσουν με τα απέναντι παράλια της Μ. Ασίας και ζήτησαν τη βοήθεια των Τούρκων. Ετσι μετά από την τουρκική απόβαση το λαϊκό κίνημα συνετρίβη. Δεκάδες χιλιάδες νησιώτες σφάχτηκαν και πολύ περισσότεροι αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής (καταστροφή της Χίου, Απρίλης 1822).Το Μάη του 1821 ο Φιλικός Ανθιμος Γαζής κηρύσσει τη επανάσταση στη Θεσσαλομαγνησία.
Η ενεργός αντεπαναστατική δράση των κοτζαμπάσηδων όμως δεν επέτρεψε τη διατήρηση της επανάστασης στην περιοχή. Ο Γαζής κυνηγήθηκε και έφυγε στη Ρούμελη.Στην περιοχή της Μάνης εξεγείρονται οι αγρότες και καταλαμβάνουν εκτάσεις στο Μυστρά και στη Μονεμβασιά τις οποίες μοιράζονται και αρχίζουν να τις καλλιεργούν.
Η κατάληψη κράτησε ένα χρόνο οπότε οι κοτζαμπάσηδες έστειλαν στρατό εναντίον τους.Το καλοκαίρι του 1821 φτάνει στην Υδρα, ως πληρεξούσιος της Φιλικής Εταιρείας, ο Δημήτριος Υψηλάντης, δημοσιεύει την πρώτη προκήρυξη προς τους Ελληνες και διεκδικεί τη γενική διεύθυνση του Αγώνα στο Αστρος.
Οι πρόκριτοι αντιδρούν και απειλούνται επεισόδια στα Βέρβαινα και στη Ζαράκοβα. Ομως 3.000 οργισμένοι στρατιώτες συγκροτώντας διαδήλωση απαίτησαν σύνταγμα και θέλησαν να σκοτώσουν τους πρόκριτους. Μόνο μετά από την κατευναστική παρέμβαση του Κολοκοτρώνη ηρέμησε η κατάσταση. Ηταν μια καλή ευκαιρία να λυθεί μια και καλή το ζήτημα της εξουσίας, αλλά η συμβιβαστική στάση του Κολοκοτρώνη το απέτρεψε.
Ετσι η αντιδραστική μερίδα των κοτζαμπάσηδων κατάφερε σταδιακά να επιβληθεί και να παραγκωνίσει όλους σχεδόν τους στρατιωτικούς ηγέτες ακόμα και τον Δ. Υψηλάντη.
Η στάση της Αγγλίας
Αξίζει να αναφερθούμε και στη στάση των Αγγλων, οι οποίοι, όλη την περίοδο μετά την έναρξη της επανάστασης, κατέτρεχαν τους επαναστατημένους Ελληνες και πρόδιναν τις κινήσεις τους στους Τούρκους. Η κατάληψη της Πάτρας από το λαϊκό στρατό του Καρατζά λύθηκε τον Απρίλη του 1821 από τον Γιουσούφ Πασά, με τη βοήθεια των Αγγλων. Ο Αγγλος αρμοστής της Επτανήσου (Μέτλαντ) φέρθηκε απάνθρωπα στους Φιλικούς των νησιών και στα γυναικόπαιδα που κατέφευγαν εκεί από τη Ρούμελη και το Μοριά για να σωθούν.
Από το 1815 ακόμα, όσοι εξεγείρονται στα Ιόνια νησιά κατά των Αγγλων είχαν πολύ σκληρή μεταχείριση. Οι φυλακίσεις, οι βασανισμοί και οι κρεμάλες ήταν η “ελευθερία” που πρόσφεραν οι Αγγλοι στους κατοίκους των νησιών.
Λαϊκοί ηγέτες όπως ο Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, ο Ιωσήφ Μομφεράτος, ο Δομενεγίνης κ.ά. είχαν εξοριστεί. Λίγο αργότερα ο άγγλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, λόρδος Στράγκφορτ, θα δεχτεί την πρόταση του σουλτάνου να έρθουν αγγλικά πλοία από τη Μάλτα για να καταστρέψουν τον επαναστατικό ελληνικό στόλο στο Αιγαίο.
Μέχρι τα τέλη του 1823 οι κοτζαμπάσηδες και οι καραβοκύρηδες παραμερίζουν εντελώς τους Φιλικούς και εδραιώνουν την εξουσία τους. Αμέσως μετά ξεσπά η εμφύλια διαμάχη. Οι αιτίες της βρίσκονται στις διαμάχες μεταξύ μερίδων της ελληνικής αστικής τάξης για το ποιος θα επικρατήσει. Δημιουργούνται δύο κυβερνήσεις: η μία ελέγχεται από τους στρατιωτικούς και η άλλη από τους υδραίους μεγαλοκαραβοκύρηδες.
Αυτοί έχουν μεγαλύτερη ισχύ γιατί τους υποστηρίζουν ρουμελιώτες οπλαρχηγοί, αλλά έχουν και τις επαφές με τους Αγγλους (το εφοπλιστικό τους κεφάλαιο βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από την Αγγλία). Υστερα από αρκετές συγκρούσεις τελειώνει η πρώτη φάση του εμφυλίου με ολοκληρωτική επικράτηση των κοτζαμπάσηδων του Μοριά και των υδραίων μεγαλοκαραβοκυραίων.
Στα μέσα του 1824 ξεσπά η δεύτερη φάση του εμφυλίου. Στη φάση αυτή οι καραβοκύρηδες θα παραμερίσουν τους κοτζαμπάσηδες (φεουδαρχία του Μοριά) και θα εδραιώσουν την εξουσία τους με την αμέριστη βοήθεια και τις πολλές παρεμβάσεις της Αγγλίας.
Το αποτέλεσμα της εμφύλιας διαμάχης ήταν να χαθούν πολύτιμοι αγωνιστές, όπως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος που δολοφονήθηκε από κυβερνητικούς, ο Κολοκοτρώνης που συνελήφθη και φυλακίστηκε, αλλά και πιο τραγικά γεγονότα όπως η πτώση του Μεσολογγίου, που οφείλεται καθαρά στους τυχοδιωκτικούς χειρισμούς του Μαυροκορδάτου και της κυβέρνησης.
Το ελληνικό ζήτημα είχε λυθεί σχεδόν οριστικά. Στις 21 Ιούλη του 1825 ο Αλ. Μαυροκορδάτος, ο Σπ. Τρικούπης και ο Ι. Κωλέττης συναντούν τον άγγλο ναύαρχο Χάμιλτον στη φρεγάτα “Κάμπριαν” και του ανακοινώνουν ότι σαν εκπρόσωποι του ελληνικού λαού “καταθέτουν την τύχην της Ελλάδος εις την μεγαλοψυχίαν της Αγγλίας”.
Στο υπουργικό συμβούλιο που συγκλήθηκε μετά λίγες μέρες ανακοινώνεται ότι η απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν αποκλειστική υπόθεση της Αγγλίας. Αντιπροσωπεία Ελλήνων ύστερα από τις εντολές του Μαυροκορδάτου επισκέπτεται τον Κάνινγκ στο Λονδίνο και ζητάει γραπτώς να τεθεί η Ελλάδα υπό την προστασία της Αγγλίας. Πριν δηλαδή την απελευθέρωση, η κυβέρνηση ζήτησε να γίνει η Ελλάδα προτεκτοράτο της Αγγλίας!
Τα επόμενα γεγονότα είναι λίγο έως πολύ γνωστά. Η Ελλάδα μέσω των αλλεπάλληλων δανείων και με τις ευλογίες της ξενόδουλης αστικής τάξης δέθηκε στο άρμα των άγγλων αποικιοκρατών. Ο ελληνικός λαός υπέστη τις συνέπειες αυτών των γεγονότων για πολλές δεκαετίες.
Αλλά και η εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα, με τις εξαρτήσεις από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές, έχουν την αφετηρία τους στα γεγονότα εκείνης της περιόδου.
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΄21 ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑΣη εικόνα… του «άλλου»
Το μάθημα της ιστορίας κατέχει προνομιακή θέση στη διαδικασία για τη συγκρότηση της ταυτότητας ενός λαού και εδώ «κατασκευάζονται» «εμείς» και οι «άλλοι», οι «εχθροί» και οι «φίλοι». Στα σχολικά βιβλία της ιστορίας, κυρίως, οι μαθητές από το Δημοτικό ακόμη, «διαβάζουν» το παρελθόν του τόπου τους, τις σχέσεις της χώρας τους με τις γειτονικές χώρες και διαμορφώνουν απόψεις, στάσεις και διαθέσεις.
Η οπτική παρουσίασης του παρελθόντος, ο τρόπος διαχείρισης των γεγονότων, είναι το έδαφος πάνω στο οποίο, με οργανωμένο και μεθοδικό τρόπο, μπορεί να αναπτυχθούν εθνικιστικές αιχμές και να καλλιεργηθούν οι αντιθέσεις με τους γειτονικούς λαούς ή αντίθετα να προωθηθούν ιδέες συνεργασίας, φιλίας και ειρήνης.
· Ποια είναι η εικόνα που παρουσιάζουν για τους γειτονικούς μας Τούρκους τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας σε γεγονότα που επηρέασαν άμεσα την ιστορική πορεία των δύο λαών;
· Παράλληλα, πως παρουσιάζουν τα σχολικά βιβλία των γειτόνων μας την Ελληνική Επανάσταση του 1821;
· Με λίγα λόγια πως «διαβάζουν» το παρελθόν τα Ελληνόπουλα και τα Τουρκόπουλα μέσα από τα σχολικά τους βιβλία και πως αυτή η «ανάγνωση» εσωτερικεύεται στο παρόν;
Για μια πρώτη απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα ζητήσαμε από μαθητές Δημοτικών και Γυμνασίων που διδάχθηκαν την περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας στη βαλκανική και την Ελληνική επανάσταση (ΣΤ Δημοτικού, Γ Γυμνασίου) να μας απαντήσουν αν θεωρούν ότι η βία και η επιθετικότητα είναι φυσικό χαρακτηριστικό σε κάποιους λαούς και επίσης αν θεωρούν ότι με κάποιους λαούς δεν υπάρχουν προοπτικές φιλίας και συνεργασίας με τη χώρα μας.
Η ανάγνωση των πινάκων 1 και 2 φανερώνουν ότι στους Έλληνες μαθητές οι Τούρκοι έχουν εντυπωθεί στη συνείδησή τους ως «ο αιώνιος εχθρός» καθώς η βία και η επιθετικότητα παρουσιάζονται σχεδόν ως «εθνικό τους ελάττωμα» …
Την αντίστοιχη εικόνα για τους Έλληνες έχουν οι Τούρκοι μαθητές.
Πίνακας 1. Θεωρείτε ότι η βία και η επιθετικότητα είναι φυσικό χαρακτηριστικό σε κάποιους από τους παρακάτω λαούς;
ΕΘΝΟΤΗΤΕΣ
ΚΑΘΟΛΟΥ
ΛΙΓΟ
ΠΟΛΥ
Ιταλοί
85%
11%
4%
Άγγλοι
33%
42%
25%
Τούρκοι
7%
18%
75%
Ρώσοι
14%
66%
20%
Γερμανοί
23%
36%
41%
Βούλγαροι
39%
29%
32%
Αμερικανοί
13%
45%
42%
Πηγή : Έρευνα με ερωτηματολόγιο σε 450 μαθητές Δημοτικών και Γυμνασίων σχολείων της Αττικής
Πίνακας 2. Με ποιον από τους παρακάτω λαούς θεωρείτε ότι δεν υπάρχουν προοπτικές φιλίας και συνεργασίας με τη χώρα μας;
ΕΘΝΟΤΗΤΕΣ
ΠΟΣΟΣΤΟ (%)
Ιταλοί
2%
Αγγλοι
19%
Τούρκοι
81%
Ρώσοι
19%
Γερμανοί
17%
Βούλγαροι
18%
Αμερικανοί
30%
Πηγή : Έρευνα με ερωτηματολόγιο σε 450 μαθητές Δημοτικών και Γυμνασίων σχολείων της Αττικής
ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
Αν ρίξει κανείς μια ματιά στα σχολικά βιβλία ιστορίας των προηγούμενων δεκαετιών και των δύο χωρών θα διαπιστώσει εύκολα ότι έχουν ένα κοινό παρανομαστή: παρουσιάζουν με κάθε μορφής υποτιμητικά και προσβλητικά λόγια ο καθένας τον «ιστορικό τους εχθρό» που είναι «άγριος», «φανατισμένος», «αχάριστος», καλλιεργώντας φιλοπόλεμες διαθέσεις και εδραιώνοντας το μίσος και την εχθρική στάση. Να πως αντιμετώπιζε την Ελληνική επανάσταση ένα Τουρκικό σχολικό βιβλίο ιστορίας στη δεκαετία του ΄70 :
«Οι Έλληνες κρεμούν τους Τούρκους αιχμαλώτους στα δέντρα και κατόπιν βάζουν φωτιά κάτω από τα πόδια τους να σιγοψηθούν, αφού προηγουμένως χαράξουν με μαχαίρια σταυρούς στα στήθια τους. Τέλος, πριν ξεψυχήσουν τους κάνουν στόχους για σκοποβολή»
Την ίδια περίοδο στα δικά μας σχολικά βιβλία της Ιστορίας οι Τούρκοι παρουσιάζονται «νωθροί», «φανατισμένοι», «άξεστοι», «απολίτιστοι», «άγριοι».
Από την ΣΤ΄Δημοτικού το Ελληνόπουλο μάθαινε ότι «οργισμένος τότε ο Ομέρ Βρυώνης έδωσε διαταγή να τον σουβλίσουν ζωντανό. Ο Διάκος υπόφερε το φοβερό μαρτύριο χωρίς να δακρύσει, χωρίς να βγάλει στεναγμό πόνου»
ΣΗΜΕΡΑ
Στη Σύσταση για την εκπαίδευση (άρθρο 15) της UNESCO (1974) επισημαίνεται ότι τα σχολικά βιβλία της ιστορίας πρέπει να παρουσιάζουν σε βάθος τους παράγοντες και τις καταστάσεις που αποτελούν σημεία έντασης και προστριβής ανάμεσα στις χώρες. Έτσι «να αποκαλύπτονται τα πραγματικά συμφέροντα των λαών και εκείνα των ομάδων που μονοπωλούν την οικονομική και πολιτική εξουσία ασκούν την εκμετάλλευση και υποθάλπουν τον πόλεμο»
Είναι αλήθεια ότι σήμερα υπάρχει μια φραστική εξομάλυνση στα σημεία τριβής και αποφεύγονται συστηματικά φορτισμένοι όροι, όπως για παράδειγμα οι λεπτομερείς περιγραφές βίαιων πράξεων που αποτελούσαν κύριο χαρακτηριστικό στα παλιότερα σχολικά βιβλία ιστορίας.
Όμως, σε καμιά περίπτωση η διαπραγμάτευση των ιστορικών γεγονότων δεν είναι απαλλαγμένη από στερεότυπα και η περιφρονητική και εχθρική περιγραφή των Τούρκων στα Ελληνικά σχολικά βιβλία και των Ελλήνων στα Τουρκικά παραπέμπει άμεσα και σαφώς στην προσπάθεια δημιουργίας της εικόνας του «έθνους των κακών» ως αρνητική φωτογραφία του «έθνους των καλών».
Όταν τα σχολικά βιβλία ιστορίας και των δύο χωρών αναφέρονται στην περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας στην Βαλκανική και στην Ελληνική επανάσταση, η περιγραφή των συγκρούσεων φαίνεται να εμπνέουν τους συγγραφείς περισσότερο από την ανάλυση των πραγματικών αιτιών. Κοντολογίς ο πόλεμος, οι σφαγές, η αδικία, οι βαρβαρότητες παρουσιάζονται σαν «εθνικό ελάττωμα» του «άλλου», εμποδίζοντας έτσι τις νέες γενιές να ξεχωρίσουν τα αίτια. Η βία της εξουσίας γίνεται φυσικό χαρακτηριστικό ενός έθνους.Η ιστορία εκτοπισμένη στη λέξη «μνήμη», μια λέξη πασπαρτού, γίνεται το όργανο μιας «διαχείρισης» που εξαρτάται περισσότερο από τις σχέσεις των δύο χωρών στο παρόν.
Στα σημεία που αφορούν τις αναλύσεις για την φυσιογνωμία του ενός ή του άλλου λαού η εικόνα των άλλων αποδίδει αρνητικά χαρακτηριστικά σε εθνότητες. Ταυτίζει επιμέρους ομάδες με ολόκληρο λαό, ταυτίζει τους λαούς με τις εξουσίες ή κυβερνήσεις. Εμφανίζει τα έθνη σαν απόλυτα συνεκτικές ομάδες, χωρίς εσωτερικές διακρίσεις και διαφορές, χωρίς συγκρουόμενα συμφέροντα, με χαρακτηριστικά καλά ή κακά, στατικά και απαράλλαχτα σαν από τη φύση δοσμένα.
Αυτό σημαίνει ότι η αυταρχική διακυβέρνηση, οι αυτοκρατορίες, η αποικιοκρατία, ο πόλεμος, ο επεκτατισμός, η βία «φυσικοποιούνται» και δεν εμφανίζονται στους μαθητές / τριες σαν κοινωνικό φαινόμενο, που έχει σχέση με την ιστορική περίοδο, το είδος διακυβέρνησης, την οργάνωση των κοινωνιών, τα καθεστώτα, τις πολιτικές ηγεσίες.
Ένα ολόκληρο ιδεολογικό πρετ – α – πορτέ» ξετυλίγεται στις σελίδες τους και η επιλεκτική μνήμη είναι πανταχού παρών. Σε άλλα υπερβάλλουν, σε άλλα τηρούν βαθιά σιωπή. Έτσι για τα Τουρκικά σχολικά βιβλία ιστορίας η Ελληνική επανάσταση αντιμετωπίζεται σαν ένα δυσάρεστο γεγονός της Τουρκικής ιστορίας.
Η ίδια η λύση του Ελληνικού ζητήματος και η δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους παρουσιάζεται αποκλειστικά και μόνο ως συνέπεια της ανάμειξης των ξένων δυνάμεων. Σύμφωνα με τα τουρκικά βιβλία ιστορίας,
«οι Έλληνες είχαν τα περισσότερα προνόμια, και σε σχέση με άλλους χριστιανικούς λαούς ήταν πιο εύποροι και πιο φωτισμένοι».
Υποβάλλεται η ιδέα ότι οι Έλληνες είναι αχάριστοι, αχόρταγοι, φιλοπόλεμοι και επεκτατιστές και ότι είναι φυσικό ή εθνικό τους χαρακτηριστικό το να έχουν συνέχεια «απλωμένο το χέρι».
ΕΘΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
Οι Έλληνες αποδυναμώνουν την εθνική τους συνείδηση όταν καταπολεμούν στα σχολικά βιβλία τον εθνοκεντρισμό, την περιφρονητική υποτιμητική και εχθρική περιγραφή, όταν δεν κάνουν το ίδιο και οι Τούρκοι;
Η πανεπιστημιακός Αννα Φραγκουδάκη σημειώνει ότι όχι μόνο δεν
«αποδυναμώνουμε την εθνική μας συνείδηση όταν τα σχολικά βιβλία μαθαίνουν στα παιδιά ιστορία και όχι μυθολογία που αξιολογεί τα έθνη με βάση παραδοσιακά στερεότυπα, αλλά αντίθετα διαμορφώνουμε συνείδηση ανθεκτική και κριτική».
Η πολιτική μάθηση από μια διαστρεβλωτική εικόνα της ιστορίας είναι διπλή. Κατασκευάζει μια εικόνα των άλλων που αποκλείει τη δυνατότητα σύλληψης ή αποδοχής της ιδέας για κάθε είδους συμμαχία ή συνύπαρξη με τους «κακούς» των άλλων εθνών.
Ακόμα περισσότερο αποκλείει τη δυνατότητα εντοπισμού συμμάχων ομάδων στο εσωτερικό των «κακών» εθνών, όπως π.χ. για να μείνουμε στους «κακούς» των βιβλίων, δημοκράτες, και φιλειρηνικούς Τούρκους που ονειρεύονται συμμαχία, συνεργασία και ειρήνη των βαλκανικών λαών, κ.ο.Ως προς τον εθνικό εαυτό, αυτή η πολιτική μάθηση, που ταυτίζει τον ολοκληρωτισμό και τον πόλεμο με εθνικά ελαττώματα, εμποδίζει τις νέες γενιές ν΄ αναγνωρίσουν τα κοινωνικά και πολιτικά αίτια των πολέμων και των αυταρχικών εξουσιών.
Έτσι, αφήνει απροστάτευτες τις νέες γενιές όχι μόνο από τους δικτάτορες και πολεμοκάπηλους των άλλων αλλά και τους δικούς τους. Η ταύτιση της βίας των εξουσιών με «φυσικά» χαρακτηριστικά των «κακών» εθνών ανοίγει το δρόμο προς τους πατριδοκάπηλους και πολεμοκάπηλους.
ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ….ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ
Ξέρετε πότε είχαμε αλλεπάλληλες εκδόσεις σχολικών βιβλίων ιστορίας στη Βαλκανική; Από το 1990 και μετά.
Σύμφωνα με την Πανεπιστημιακό Σοφία Βούρη, η εμφάνιση νέων σχολικών βιβλίων ιστορίας στα Βαλκάνια έγινε υπό την πίεση των πολιτικών ανακατατάξεων την περίοδο αυτή και πιστοποιούσε την προσπάθεια των μετασχηματιζόμενων χωρών της Ν.Α. Ευρώπης να επαναπροσδιορίσουν και να αναδιαπραγματευτούν τη συλλογική μνήμη των μελών τους και να συγκροτήσουν νέες ταυτότητες.Στη χώρα μας η «παρουσίαση» του παρελθόντος μέσα στα σχολικά βιβλία ιστορίας είχε τις δικές της περιπέτειες.
Ένα από τα μακροβιότερα σχολικά βιβλία ιστορίας, αυτό των Θεοδωρίδη – Λαζάρου (Ιστορία των Νέων Χρόνων) γράφεται το 1923, παραμορφώνεται το 1937 (δικτατορία Μεταξά), «καθαρίζεται» το 1972 (δικτατορία), μεταγλωττίζεται και επιβιώνει ως το 1982.
Το 1982 ένα χρόνο μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ έρχεται στα σχολεία νέο βιβλίο Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, το οποίο γράφτηκε από τον Βασίλη Κρεμμυδά. Κατά την πορεία όμως του βιβλίου από τον συγγραφέα στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και στη συνέχεια στον Οργανισμό Έκδοσης Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ) προστίθεται από άγνωστο χέρι μια παράγραφος που κάνει λόγο για έναρξη της επανάστασης του 1821 στην Αγία Λαύρα, για λάβαρα της επανάστασης κ.λπ. γεγονός που καταγγέλλεται από τον ίδιο συγγραφέα του βιβλίου σαν παραχάραξη!
Μια άλλη διάσταση της ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας στην εκπαίδευση δίνει ο Φανούρης Βώρος και αφορά στο προηγούμενο βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού (Ελληνική Ιστορία των Νεοτέρων Χρόνων) που διδάσκονταν μέχρι το 1989.
Το βιβλίο, λοιπόν, αυτό διαθέτει 150 σελίδες για την επανάσταση του ΄21, επτά σελίδες για την Ελλάδα από το 1832 – 1909, είκοσι σελίδες για την περίοδο 1909 έως σήμερα και μια υποσημείωση για το Γοργοπόταμο.
Όπως γράφει ο Serge Halim, μπορεί κανείς να φανταστεί πιο περίτρανη απόδειξη ότι η ιστορία ξεπηδάει από το παρόν, αφού άλλωστε η ίδια είναι που το τρέφει;
Hobart has been named one of the world’s best cities for 2012. Picture: Sam Rosewarne
MONA, Museum of Old and New Art, located in Hobart, Tasmania. Picture: Supplied by MONA
HOBART has been named as one of the best cities in the world to visit next year by Lonely Planet.
Ranked number seven in the world, it has been described as the hottest Australian destination to visit in the famous travel guidebook’s Best in Travel 2013 edition.
It’s growing arts culture and foodie scene means it has more to offer tourists than ever before.
“Hobart’s allure has always been its natural beauty,” the book says. “But the recent arrival of the world-class MONA museum has the waters rippling, hip tourists flocking and Hobart rousing from its slumber.”
“Now is the time to discover what’s going on down there before the rest of the world catches on.”
However, it did warn tourists to prepare for unpleasant weather, with the city having “more than its fair share of wet days and frosty Antarctic winds”.
Lonely Planet’s Asia-Pacific Sales & Marketing Director Chris Zeiher said Hobart makes for the perfect weekend away.
“Tasmania is really an emerging destinations Australian travellers should consider,” he said.
“MONA is the beacon but other things are going on that makes it quite special. The TMAG (Tasmanian Museum and Art Gallery) is getting a revamp and will be relaunched next year.
“It gives people a real reason to go there. It’s becoming a real hub for the arts scene.”
He said airline seat capacity into Hobart will be boosted next year, making it easier to fly there.
CEO of Tourism Tasmania Tony Mayell said the recognition from such an internationally-respected travel publication is a great accolade for Hobart.
“Hobart has flown under the radar for a while, so it’s pleasing to see the city finally getting the global recognition it deserves,” Mr Mayell said. “This announcement provides another good reason for Australian and international visitors to come and experience the state now instead of putting it off until later.”
Managing Director of Tourism Australia Andrew McEvoy said Tasmania has come a long way in recent years.
“It’s a massive achievement and testament, I believe, to just how far Tasmanian tourism has come in recent years in developing experiences, attractions and events which are unique, distinct and genuinely world class,” he said.
Meanwhile earthquake-ravaged Christchurch also made the list as it goes from strength to strength in its rebuilding, with predictions it will be an “intriguing” place to visit next year.
“New Zealand’s second-largest city is rising from the rubble created by devastating earthquakes in 2010 and 2011 with a breathtaking mix of spirit, determination and flair,” the travel guidebook says.
“Foodies will be surprised by the variety of what is on offer, from Burmese to Turkish to local specialties, live-music venues have popped up all over the place, and innovative artworks fill empty demolition sites.
“Who would have believed that the humble shipping container would emerge as a funky option for housing everything from noodle bars to book shops and fashion boutiques?”
Other unexpected mention on the list include Hyderabad, India, with Lonely Planet describing it as “elegant and blossoming” and undiscovered, and the “groovy” Addis Ababa in Ethiopia.
Last year Darwin made the top cities list, with Lonely Planet saying the destination, famous for its monster crocodiles, is also “multicultural, young and energetic”.
Lonely Planet’s Top 10 Cities 2013:
1. San Francisco
2. Amsterdam
3. Hyderabad
4. Derry/Londonderry
5. Beijing
6. Christchurch
7. Hobart
8. Montreal
9. Addis Ababa
10. Puerto Iguazú
Achilleas Youth – the new youth wing of AHEPA Australasia – interviewed the Hon. Dora Bakoyannis, current MP for Athens District A, on the topic of the Greek sovereign debt crisis.
President of Achilleas Youth, Jiannis Tsaousis, asked Mrs Bakoyannis what lead Greece to its current situation at “the edge of abyss”; why liberalism has traditionally been strongly unpopular in Greece; the path of real reform needed for Greece to realise long-term prosperity; the decay of the modern Greek state and how the diaspora can help its motherland in extreme times of need as those Hellenes traverse today.
The former Foreign Minister of Greece (2006-09), Minister for Culture (1992-93), Lord Mayor of Athens (2003-06) and World Mayor 2005 noted the “political price” she has paid for pushing for real reforms in Greece in 2010 by voting for the May 2010 IMF/EU/ECB bailout, as she was sacked by the New Democracy party and only welcomed back in June 2012.
Furthermore, the former Foreign Minister and prominent Greek liberal said “we must demolish” the Greek state as it is known, which she believes was built on hollow foundations from the start, after the fall of the junta in 1974 and especially after 1981 when the first PASOK government was elected.
In reference to the IMF’s recent change of tact towards Greece, as Christine Lagarde, the IMF’s Managing Director has begun to openly promote a two-year extension to Greece’s bailout terms, Mrs Bakoyannis says that she has been “warning these troika gentlemen” of the consequences of the horizontal cuts asked for, in pushing for real, structural reform in Greece.
Importantly, Mrs Bakoyannis said that investors will never lose out from Greece, Mrs Bakoyannis affirmed to Achilleas Youth that she is in Greek politics for the long run to remake the Greek state and society.
Janis A. Emmanouilidis, a senior policy analyst at the European Policy Center, talks about potential risks of Greece’s exit from the Eurozone.
We have seen over the last couple of weeks that there is a strong determination in the German Government and Germany to do whatever is needed to keep the country within the Eurozone provided that the country i.e. Greece will be able to fulfill the obligations which have been agreed between the Greek Government and the troika.
But it seems that the German Government is more committed than in the past to do whatever is needed to avoid the exit of Greece from the Eurozone.
Are they concerned about the so called domino effect?
Well, there are obvious risks which would be linked to a potential exit of one country and in this case Greece from the Eurozone that would worsen the situation in other member states, that could lead other members of the Eurozone to the same path.
So, one wants to avoid entering this path of countries exiting the Eurozone and it seems that one is ready to do that at a lot of costs because the risks of that happening would go much beyond Greece and thus become much more costly than only the Greek component of a potential exit or restructuring.
And what kind of risks exactly are we talking about?
Well, there are obviously financial and economic risks if Greece would exit the Eurozone and other countries might follow.
That would have enormous direct financial cost for banks, financial institutions which have invested in the bonds of these sovereign countries.
But it would also have political effects because if we would have a move towards disintegration of the Eurozone, that would obviously have an effect which goes beyond the common currency affecting also the EU as such.
But if I’m not mistaken most of the Greek politicians are unwilling to exit from the Eurozone.
And then, why would other countries want to follow if Greece leaves the Eurozone?
Well, as you said correctly the Greek political elite and also the majority of Greek citizens want the country to remain within the Eurozone.
But on the other hand we’ve seen that over the last 5-6 years the country is in a deep recession and we see that the attempts to exit the crisis have put enormous pressure on the citizens and their daily lives.
So, if the situation worsens we can’t exclude that a majority at some stage might think that sticking to the Greek crisis recipe may not be the right way. If that’s the case – that could have also a negative effect on the other member states triggering not only economic and fiscal but also political negative domino effect.
When we are talking about the Greek recipe, if I’m not mistaken it all comes down to austerity measures.
It is a mixture. Obviously they need to cut down the huge deficit which the country had found itself in in 2009-2010. And a lot has been achieved since then and the country is even to having a primary surplus in the upcoming period.
So, there is a strong emphasis of cutting down expenditures but at the same time the things which have been agreed between the Greek Government and its European supporters and also the IMF and the troika – the things which have been agreed among them include a lot of structural reforms.
So, we are talking about both – major structural reforms and cutting down expenditures and in this case that also leads to austerity.