Founded as a Greek colony in Roses (Rodi), Spain


History stops again and again at Roses. Founded as a Greek colony, its location makes it a strategic point in the Mediterranean. For this reason, the site has experienced various occupations and has been a target of numerous attacks. 

Today, the Ciutadella is a modern cultural centre and an extraordinary site.

Brought together over an area of 139,000 m2 are the archaeological remains of the Greek colony and later Roman colony of Rhode, the Romanesque monastery of Santa Maria and the structure of the old village of Roses, which even retains some medieval fortifications.


History

The origins of Roses (Greek: Rhode) are disputed. A popular theory holds it was founded in the 8th century BC by Greek colonists from Rhodes. 

It seems more probable that it was founded in the 5th century BC by Greeks from Massalia (Marseilles), perhaps with an admixture of colonists from neighbouring Emporion (today’s Empúries). 

Remains of the Greek settlement can still be seen. Remains from the Roman period go back to the 2nd century BC and continue well into Christian times with a paleochristian church and necropolis. After the collapse of Roman power the town seems to have been abandoned, but a fortified settlement from the Visigothic period has been excavated on the nearby Puig Rom.


Rhoda coins, 5th-1st century BCE.

The mediaeval town grew around the monastery of Santa Maria de Roses (mentioned since 944). Its jurisdiction was shared by the abbots of Santa Maria de Roses and the counts of Empúries. In 1402 the county of Empúries was incorporated into the Crown of Aragon and Roses acquired the right to organize its own municipal government and economy.

In the first decades of the 16th century Roses suffered repeated attacks by privateers from North Africa. To counter the threat, Charles V ordered the construction of extensive fortifications in 1543. In spite of the precautions, a naval squadron led by the Turkish admiral Barbarossa attacked and plundered the town some months later. After substantial revisions, the fortifications were completed in 1553, under Charles’s son Philip II. The entire medieval town was enclosed by a bastioned pentagonal wall (illustration, below). The defensive system was supplemented by the Castell de la Trinitat, some 2.5 km to the east. The town received a permanent military garrison, which profoundly changed its character. To minimise friction between the citizenry and the soldiers, barracks were constructed, but did not prevent the gradual movement of part of the population to outside the walls, where the modern town of Roses now is.

In the following centuries the fortifications were severely tested. In 1645, during the Catalan Revolt, French troops besieged Roses and captured it. The Treaty of the Pyrenees (1659) restored the town to Spain.

In 1693, during the War of the Grand Alliance the French captured the town again. This time the French occupation lasted until the Peace of Ryswick in 1697. In 1712, during the War of the Spanish Succession, Austrian troops tried to take the city, but were driven off. In 1719, during the War of the Quadruple Alliance, the French again attacked, but failed to take Roses.

After a long period of relative calm the Wars of the French Revolution ushered in a new round of hostilities. In 1793 the French revolutionary government declared war on Spain. At first, the Spanish armies won a foothold in France, but in 1794 the revolutionary armies invaded Catalonia. The Siege of Roses lasted from 28 November 1794 until 3 February 1795, when the garrison was safely evacuated by a Spanish naval squadron, except for 300 soldiers. The town was surrendered to France, but the war between France and Spain ended at the Peace of Basle signed in July 1795. The city quickly returned to Spanish control.

In 1808, Emperor Napoleon I of France forced King Charles IV of Spain and his son Ferdinand to abdicate and installed his brother, Joseph Bonaparte on the throne. When the Spanish people revolted against this high-handed behavior, French armies again invaded the country in the Peninsular War. The fourth and last Siege of Roses occurred in 1808. During the operation, the Scottish Royal Navy captain, Thomas Cochrane assisted the Spanish by putting his men into Castell de la Trinitat to help defend the town. The Scot stayed until the citadel and the town surrendered, before evacuating himself and his men. In 1814, when the defeated French withdrew from Spain, they blew up the town’s fortifications along with the Castell de la Trinitat. At this time, the ancient town, called the Ciutadella, was completely ruined. Meanwhile, to the east the modern town slowly continued to grow.

In 1879 Roses suffered a devastating economic crisis through phylloxera, a pest of the grapevines, that destroyed the town’s wine growing industry. Some of the population moved to Barcelona or emigrated to the United States.

In the 20th century, notably in the period after World War II, Roses has profited from the growth of tourism.

Over the last decades important excavations have been carried out inside the walls of the Ciutadella concerning not only the Greek and Roman remains, but part of the medieval city and its walls. In the 1990s extensive restoration work was carried out on the walls of the Ciutadella, and in 2004 a museum was opened inside it. A controversial restoration of the Castell de Trinitat was formally completed in 2010.

ΟΣΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΚΗΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ (1886-1974). ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ…..

* Να είστουνε καλά. Χαράν να έσετε! -Να μετανοάτε, παιδία μου… Να ευτάτε προσευχήν… Νύχταν και ημέραν… οπού πορπατείτε, οπού ευρίουστουν, οπού στέκουστουν, πάντα να λέτε «Χριστέ μ’, να ελεήσ’ με! Με γλυκόν γλώσσαν να μιλάτε με τον Θεόν, να φτάτε προσευχήν».

* Μου είπε η Παναγία πώς εκείνα πού είναι στα Ιερά Βιβλία των εκλεκτών του Υιού μου έρχονται όλα με τη σειρά να γίνουν. Τρίτος πόλεμος θα γίνη… Θα καταστραφούν τα τρία τέταρτα της ανθρωπότητας… Θα σωθή μόνο το ένα τέταρτο…

Συμβούλευε: Να έχουμε Αγάπη, ταπείνωση και υπομονή στους πειρασμούς.

-Υπερηφάνεια άσκεμον πράγμα… ρούζ την ψην σην κόλασιν…

* Της είπε η Παναγία:

-Να μιλάς… Να λες για τα κοντά φουστάνια… Να λες για την αποστασία… Να κηρύττεις μετάνοια!… Να μην φορούν άσεμνα φορέματα στην Εκκλησία… Να- χουν ταπεινό ντύσιμο.

-Νάστε προσεκτικές… Όχι κοντά μανίκια, όχι κοντά μαλλιά. Η Παναγία χωλιάσκεται…

Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον κόσμο σου και ύστερα εμάς!… Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησέ μας….

* Η Ελλάδα, αν κρατήση την πίστι, θα σωθή από το κακό πού πρόκειται νάρθή. Αν όμως δεν κρατήσει την πίστη, θα καταστραφή… Θα πέσουν όλοι οι δαίμονες επάνω της… Θα ’ρθή το κακό και θα χωρίση το στάρι απ’ την ήρα, τα πρόβατα απ’ τα ερίφια….

* Αν ο κόσμος μετανοήση, θα πάρουμε την πόλι με Αγάπη… Αν δεν μετανοήση, θα την πάρουμε με αίμα….

* Νάχετε φόβον Θεού… Νάχετε Αγάπη… Νάχετε ευσπλαχνία.

* Με βλέπεις εδώ πού είμαι τόσα χρόνια; Εδώ με παλεύουν τρία δαιμόνια… Το ένα της απιστίας… Το άλλο δαιμόνιο είναι της ακηδίας… Το τρίτο δεν το ενθυμούμαι, ίσως της άνθρωπαρεσκείας….

* Έλεγε η Ασκήτρια της Κλεισούρας: Η ψή ’μ κάεται για τον Χριστό!….

* Δεν μου αποκαλύπτει ο Θεός αμαρτήματα… Μόνο στο πρόσωπο του ανθρώπου βλέπω ή φως ή σκότος. Και δυστυχώς οι περισσότεροι είναι σκοτία….

* Είδες;… Άκουσες;… Κλειδί στο στόμα!….

Source: apantaortodoxias.blogspot.gr

Η ιστορία της αντρικής φορεσιάς στην Κρήτη (φωτογραφίες, video)

Οι Κρητικοί μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Βενετούς, και για δυο περίπου αιώνες, συνεχίζουν να φορούν το βυζαντινό ένδυμα που φόρεσαν μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς (961), όπως αυτό μας παρουσιάζεται από εκθέσεις Βενετών Προβλεπτών, κρητικά κείμενα και, κυρίως, από τοιχογραφημένες βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες. Το βυζαντινό στιχάριο (μακρύ ριχτό ρούχο μέχρι τους αστράγαλους σχεδόν) κυριαρχεί, ενώ οι νεότεροι στην ηλικία φορούν ρούχο πάνω από το γόνατο με ζώνη στη μέση και τη χαρακτηριστική κάλτσα από κάτω. Τα ρούχα της περιόδου αυτής χαρακτηρίζονται από έντονα και ποικίλα χρώματα.

Με την πάροδο του χρόνου οι Κρήτες, ακολουθώντας το νέο ρεύμα ή και κατόπιν διαταγών, ντύνονται σύμφωνα με τη βενετσιάνικη μόδα ανάλογα με την τάξη που ανήκουν και το επάγγελμα που εξασκούν. Αυτά, βέβαια, όσον αφορά στους εύπορους και τους αξιωματούχους, γιατί οι αγρότες και γενικά οι κάτοικοι της υπαίθρου που έπασχαν οικονομικά από την αφαίμαξη των Βενετών είχαν καταντήσει κουρελήδες και ο καθένας ντυνόταν με ότι έβρισκε ίσα για να καλύψει τη γύμνια του. Αυτή ήταν η κρητική ενδυμασία μέχρι το μισό περίπου του 16ου αιώνα.



Αλίκαμπος Αποκορώνου, εκκλησία της Παναγίας, 1316. Οι κτήτορες του ναού με το χαρακτηριστικό βυζαντινό ένδυμα, το «στιχάριο», έναν μόλις αιώνα μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Βενετούς.


Κάντανος Σελίνου, εκκλησία του Μιχαήλ Αρχαγγέλου, 1328. Το βυζαντινό «στιχάριο», σε διάφορα σχέδια και χρωματισμούς, συνεχίζει να φοριέται από την άρχουσα τάξη της Κρήτης.


Ακούμια, Μεταμόρφωση Σωτήρα, 1389. Αρχίζει και αλλαζει η μόδα, αρχικά η ανδρική. Το ανδρικό ένδυμα κονταίνει ελαφρά καιμπαίνει ζώνη στη μέση, ενώ σταπόδια μπαίνει η χαρακτηριστική «κάλτσα».

Μέσα Λακώνια Μεραμπέλου, εκκλησίαΜιχαήλ Αρχαγέλου, 1432. Δύο αιώνες μετά τη βενετική κατάκτηση το ένδυμα έχει πλήρως εξευρωπαϊστεί. Το ανδρικό ρούχο κονταίνει κι άλλο και γίνεται πιο στενό. Εδώ βλέπουμε τον κτήτορα της εκκλησίας με κυνηγητική περιβολή.


Κάτω Φλώρη Σελίνου, εκκλησία Αγίου Γεωργίου, 1497. Ο ευρωπαϊκός τρόπος ένδυσης έχει πλήρως πια μπει στην κρητική κοινωνία.


Βόϊλα Σητείας, εκκλησία Αγίου Γεωργίου, 1518. Κοντός ευρωπαϊκός χιτώνας, κάλτσα και μπότες από μαλακό δέρμα.


Σφακιανός του 16ου αιώνα.


Κρητική ενδυμασία του 17ου αιώνα. Εμφανίζεται για πρώτη φορά η βράκα.


Κρητικές ενδυμασίες όπως τις είδε και τις σχεδιάσε ο Γάλλος βοτανολόγος Tournefort το 1700.

Κρητικός της κεντροανατολικής Κρήτης το 1834.


Τυπική κρητική ανδρική φορεσιά των αρχών του 20ου αιώνα.


Μικρό παιδί με την κρητική φορεσιά πουλάει κουλούρια στο Χάνδακα.


Τούρκος αξιωματικός με την κρητική φορεσιά.


Άντρας της προσωπικής φρουράς του Πρίγκηπα Γεωργίου (Καβάσης).


Άνδρες της κρητικής Χωροφυλακής με την κρητική φορεσιά.


Εθνική Αντίσταση. Γιώργης Δραμουντάνης ή Στεφανογιώργης.

Η ανδρική φορεσιά αποτελείται από διάφορα μέρη. Αυτά ράβονται από ειδικούς τεχνίτες τους επονομαζόμενους τερζήδες. Τα τμήματα αυτά είναι: βράκα, κάλτσες, γελέκι (κλειστό ή ανοιχτό ), «μεϊτάνι», «καπότο», πουκάμισο, ζώνη, σπαστό φεσάκι, ή «σαρίκι», ασημομάχαιρο, «καδένα» και «στιβάνια».

Η Βράκα

Φορεσιά της φυλής Ζουάβα

Η άποψη ότι η βράκα ήταν άγνωστη στην Κρήτη πριν από την τουρκική κατάκτησή της δεν είναι εξακριβωμένη. Το πιο πιθανό είναι να παρέλαβαν οι Κρητικοί μια μορφή βράκας από τους πειρατές της Αλγερίας ή της Τύνιδας, καθώς είχαν έλθει σε κάποια σχέση. Και αυτοί όμως την είχαν πάρει από τους Καβίλους της ορεινής περιοχής Τζουρτζούρα της Αλγερίας, και συγκεκριμένα από την φυλή των Ζουάβα, η οποία αποτελεί κλάδο της μεγάλης Βερβερικής φυλής, η οποία παραδοσιακά προμήθευε πολεμιστές στο Αλγέρι και στην Τύνιδα. Αξιοπρόσεκτη είναι η καταπληκτική ομοιότητα της παραδοσιακής ανδρικής κρητικής φορεσιάς με την παραδοσιακή φορεσιά των ανδρών της φυλής των Ζουάβα. Το 16 ο αιώνα, πειρατές που λυμαίνονταν τη Μεσόγειο φορούσαν ένα είδος βράκας που συνοδευόταν από γιλέκο, φέσι με ή χωρίς σαρίκι, φαρδιά ζώνη και χαμηλές μπότες. Οι Κρήτες ναυτικοί, σαν ιδιώτες ή σαν εργάτες στα βενετσιάνικα πλοία αναγκάζονταν πολλές φορές να φορούν ρούχα όμοια με των πειρατών ώστε αυτοί να τους μπερδεύουν και ωσότου να γίνει αντιληπτό το τέχνασμα οι ναυτικοί να έχουν απομακρυνθεί από τους πειρατές. Είναι λογικό σε εποχές μεγάλης οικονομικής δυστυχίας για τους φτωχούς χωρικούς της Κρήτης, αυτοί να συνεχίζουν να φοράνε το ναυτικό αυτό ένδυμα και μετά την αποστράτευσή τους από τα καράβια, μην έχοντας άλλα ρούχα και με τη σιωπηρή ανοχή των Βενετών. Έτσι καθιερώθηκε η βράκα σαν επίσημο ένδυμα των Κρητικών.

Στη δυτική Κρήτη την ονομάζουν «κάρτσα», ενώ στην ανατολική «σ(χ)ιαλβάρι». Επικράτησε, όμως, σε ολόκληρη την Κρήτη να λέγεται, χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό των όρων, βράκες ή «σαλβάρια» και να εννοείται με αυτό, το σύνολο της φορεσιάς. Το ένδυμα αυτό συνεχίστηκε να φοριέται από όλους τους Κρήτες μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

Η βράκα φτιάχνεται κι αυτή από τσόχινο ύφασμα χρώματος βαθύ κυανού και κεντιέται με μαύρο γαϊτάνι στις ραφές και στις ποδαρές. Τη βράκα συμπληρώνουν οι κάλτσες, που παλιότερα αποτελούσαν ξεχωριστό τμήμα της φορεσιάς, ενώ αργότερα άρχισαν να ράβονται πάνω στη βράκα, στα δύο μπατζάκια της.

Η Γκιλόττα

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος φορώντας γκιλότα, με τα παιδια του Κυριάκο και Σοφοκλή, στο Θέρισο.

Με το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες (για να πάει κανείς εκεί έπρεπε να αποβάλλει τη βράκα) και τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, οι Κρητικοί άρχισαν σιγά σιγά να αντικαθιστούν τη βράκα με την γκιλόττα, της οποίας η επίδραση προέρχεται από τους ιππείς των ευρωπαϊκών στρατευμάτων. Μπαίνει μέσα στα στιβάνια και συνδυάζεται με πουκάμισο, γελέκο και μεϊτάνι, πλατιά υφαντή ζώνη και μαύρο μαντήλι στο κεφάλι. Αυτόν τον τύπο φορεσιάς έβαλε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατά το κίνημα του Θερίσου το 1905.

Απλοποίηση του τύπου αυτού αποτελεί ο συνδυασμός γκιλόττα, πουκάμισο, μαύρο μαντήλι και στιβάνια, ενδυμασία που φορέθηκε πολύ την περίοδο της εθνικής αντίστασης και που σώζεται ακόμα σε μερικά, ορεινά κυρίως, χωριά της Κρήτης.

Το πουκάμισο και το γελέκι


Κρητικός στην περίοδο της Κρητικής πολιτείας, με λευκό πουκάμισο και γελέκι
Πρώτα ο Κρητικός φοράει το πουκάμισο. Το λευκό φοριόταν στους γάμους στις χαρές και στα πανηγύρια, ενώ το μαύρο ήταν δείγμα πένθους. Οι Κρήτες, μετά το θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1936 φόρεσαν μόνιμα μαύρο πουκάμισο σε ένδειξη διαχρονικού πένθους και το βγάζουν μόνο στις χαρές.

Στη συνέχεια, πάνω από το πουκάμισο φοριέται το γελέκι. Είναι αχειρίδωτο (χωρίς μανίκια) και φτιάχνεται από τσόχα καλής ποιότητας χρώματος βαθύ μπλε. Διακρίνεται σε ίσιο ή ανοιχτό που αφήνει να φαίνεται το πουκάμισο και σε σταυρωτό που σταυρώνει με τα δυο πέτα του στο στήθος και κλείνει τελείως εμπρός και κουμπώνει στα πλάγια, με θελιές και κουμπάκια. Στα πέτα του γίνεται διακόσμηση με πολλαπλές σειρές από μεταξωτά σιρίτια χρώματος μαύρου ή βαθύ μπλε που ονομάζονται χάρτζα.

Κρητικά στιβάνια


Τα στιβάνια

Τα υποδήματα ή στιβάνια χρώματος άσπρου ή μαύρου ανάλογα με την περίσταση είναι ένα είδος μπότας που πρωτοφορέθηκε στις αρχές του 19 αιώνα από χωρικούς για την κάλυψη των ποδιών τους από τα αγκάθια και τα χαράκια που ήταν αναγκασμένοι συχνά να διαβούν, προκειμένου να ταΐσουν τα ζώα τους σε βουνά και άλλα δυσβάσταχτα μέρη. Φτιαγμένα α πό ανθρώπινα υλικά, 100% χειροποίητα, κατασκευάζονταν σύμφωνα με τις δικές τους ανάγκες. Τα πρώτα στιβάνια ήταν φτιαγμένα από: α) δέρμα ζώου το πάνω μέρος που καλύπτει το πόδι και β) από λάστιχο η σόλα που έβρισκαν από παραιτημένα λάστιχα αυτοκινήτων σε χωράφια και δρόμους.

Πλέον μπορούμε να δούμε αρκετές παραλλαγές στα στιβάνια σε σχέση με το κλασσικό. Τα στιβάνια με ζάρες, το ζάρωμα δηλαδή στο καλούπι του στιβανιού για ένα διαφορετικό στυλ, τα τριζάτα στιβάνια, που τοποθετούνται μικρά ξυλάκια μέσα στη σόλα για να «τρίζουν», εξού και η ονομασία τους. Άλλη παραλλαγή είναι με πιέτες διάφορες κορδέλες δέρματος που τοποθετούνται γύρω από το υπόδημα για στολίδι και πολλά άλλα.

Η ζώνη

Η ζώνη που είναι υφαντή από λεπτό μαλλί ή καθαρό μετάξι, έχει χρώμα μπλε ή κόκκινο, το μήκος της είναι περίπου 8 μ. και το πλάτος της 50εκ.

Το μαχαίρι

Ανδρική φορεσιά, με ζώνη, μαχαίρι και καδένα.
Ταυτόχρονα με την ζώνη περνάει σε αυτή και το μαχαίρι με μαύρη λαβή (μαυρομάνικο) ή ανοιχτόχρωμη, που η μορφή της σε σχήμα V είναι μοναδική σε όλο τον κόσμο. Η θήκη του, από ακριβό, συνήθως μέταλλο (ασήμι), είναι διακοσμημένη με πλούσια ανάγλυφα σχέδια. Στα χρόνια της Βενετοκρατίας λεγόταν «μπουνιάλο» ή «πουνιάλο» επί Τουρκοκρατίας λεγόταν «πασαλής». Για περισσότερες πληροφορίες μπορούμε να διαβάσουμε το άρθρο «Το Κρητικό Μαχαίρι. Ιστορία, χαρακτηριστικά και παραδόσεις»

Η καδένα

Στη συνέχεια κρεμιέται από το λαιμό η καδένα μοναδικό κόσμημα της φορεσιάς, που στο τελείωμα της συνδέεται το ρολόι το οποίο μπαίνει στο τσεπάκι του γελέκου.

Το φέσι ή μαντήλι ή σαρίκι

Διακρίνονται οι γηραιοί Κρήτες επαναστάτες Αναγνώστης Μάντακας και Χατζημιχάλης Γιάνναρης, στην τελετή ένταξης της Κρήτης στην Ελλάδα, φορώντας παραδοσιακό σπαστό φεσάκι με μαύρη φούντα.

Το παραδοσιακό κεφαλοκάλυμμα της φορεσιάς είναι το κόκκινο σπαστό φεσάκι με τη μαύρη φούντα ή το «σαρίκι» με την μορφή της μεγάλης μαντήλας. Μέχρι την εποχή του Μεσοπολέμου οι Κρητικοί φορούσαν κυρίως το σπαστό κόκκινο φεσάκι με τη μακριά φούντα, το οποίο, να τονίσουμε ότι, δεν έχει καμιά σχέση με το κωνοειδές φέσι των Τούρκων. Παράλληλα φορούσαν και το μεγάλο μαντήλι, που πριν πάρει το τούρκικο όνομα «σαρίκι» λεγόταν «πέτσα». Είδος «πέτσας» φορούσαν οι Κρητικοί από τα τέλη του 15ου αιώνα. Την τύλιγαν στο κεφάλι τους και άφηναν τις άκρες να πέφτουν στους ώμους, εμπρός και πίσω. Πιο παλιά την «πέτσα» τύλιγαν στο λαιμό, είχε φαρδύτερες άκρες, που έπεφταν στους ώμους και την έλεγαν «στόλα». Η «πέτσα» ονομαζόταν και «τζεβρές» , όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κρήτη. Το σαρίκι (μαντήλα), παλαιότερα, ήταν ένα μακρόστενο μεταξωτό πολύχρωμο μαντήλι, το περίφημο» «λαχουρί» με το οποίο αρκετοί Κρήτες τύλιγαν το σπαστό κόκκινο φεσάκι τους. Οι σημαντικότεροι αγωνιστές των Κρητικών Επαναστάσεων, από όλη την Κρήτη, φορούσαν το σπαστό φεσάκι με τη μακριά φούντα. Και είναι σίγουρο ότι αυτοί δεν θα έβαζαν στο κεφάλι τους κάτι τούρκικο, κάτι που δεν θα ήταν σύμφωνο με τη μακραίωνη παράδοση του τόπου μας.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το σύγχρονο πλεχτό μεταξωτό μαύρο σαρίκι, που θεωρείται στις μέρες μας το παραδοσιακό κεφαλοκάλυμμα του Κρητικού, με τα πυκνά κρόσσια που μοιάζουν με δάκρυα, έκανε την εμφάνισή του το δεύτερο τέταρτο του 20ου αιώνα στην κεντρική Κρήτη. Λέγεται πως έχει πολλά κρόσσια για να δείξει τα πολλά χρόνια της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη και συμβολίζουν, με το σχήμα τους, τη θλίψη και το θρήνο που προκάλεσε το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου στα 1866.

Το μεϊτάνι

Η ένδυση ολοκληρώνεται με το μεϊτάνι που μπαίνει πάνω από το γελέκι. Είναι ρούχο με μανίκια, μεσάτο και τελείως ανοιχτό μπροστά. Είναι φτιαγμένο από ύφασμα ίδια ποιότητας και χρώματος με το γελέκι και τη βράκα και κοσμείται με χάρτζα μαύρου χρώματος σε διάφορα σημεία του.


Κρήτες του 1905, με τα μεϊτάνια τους

Το καπότο

Τις κρύες μέρες ο Κρητικός φοράει αναρριχτό (όχι από τα μανίκια) το καπότο. Αυτό είναι μια κοντή κάπα με κουκούλα φτιαγμένη από το ίδιο τσόχινο ύφασμα όπως και τα υπόλοιπα ρούχα. Έχει και αυτό πλούσια κεντήματα στους ώμους, τους αγκώνες στην πλάτη και στα δυο πέτα, ενώ εσωτερικά είναι επενδυμένο με κόκκινη τσόχα που και σε αυτή την πλευρά υπάρχουν εντυπωσιακά κεντήματα. Αυτά σχετικά με την ανδρική φορεσιά.


Οι αδελφοί Μάντακα στους Λάκκους Χανίων το 1911, φορώντας καπότο.

Η χρυσοκεντημένη ανδρική κρητική φορεσιά


Λιθογραφία από υδατογραφία του N.C. Sperling που απεικονίζει άνδρα ντυμένο με χρυσοποίκιλτη ενδυμασία (Μ. Μπενάκη).

Τα τελευταία χρόνια προβλήθηκε από μερικούς ως η γαμπριάτικη ενδυμασία του Κρητικού. Οι τελευταίοι, στηρίχθηκαν στις λανθασμένες εκτιμήσεις, επί του θέματος, της κατά τα άλλα άξιας λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη, η οποία έχοντας στα χέρια της μια δωρηθείσα στο Μουσείο Μπενάκη χρυσοποίκιλτη φορεσιά από την Κρήτη, και χωρίς να κάνει επιτόπια έρευνα στη Μεγαλόνησο, γράφοντας για τις Ελληνικές εθνικές ενδυμασίες, στα μέσα της δεκαετίας του ’50 τη χαρακτήρισε αστική, γιορτινή Κρήτης. Ένας ισχυρισμός πέρα για πέρα λανθασμένος, αρκεί να σκεφτούμε ότι κανένας Κρητικός πριν το 1900 δεν φόρεσε φορεσιά με χρυσά χάρτζα, εκτός και αν ήταν Τουρκοκρητικός. Την εν λόγω ενδυμασία φόρεσαν μονάχα στις αρχές του 20ου αιώνα ελάχιστοι Κρήτες, ίσως μερικές δεκάδες, και ήταν αυτοί μερικοί «πριγκηπικοί», δηλαδή κάποιοι από αυτούς που υποστήριξαν τον πρίγκηπα Γεώργιο, το διάστημα που ήταν ύπατος αρμοστής Κρήτης (1898-1906), δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Οι φιλοπριγκηπικοί εμπνεύστηκαν το χρυσό διάκοσμο στα ρούχα τους από τη χρυσοκεντημένη στολή των σωματοφυλάκων του ύπατου αρμοστή, τους περίφημους «καβάσηδες». Αλλά και η στολή των καβάσηδων ήταν απόλυτα επηρεασμένη και στο σχεδιασμό και στην ονομασία της από την τουρκική στρατιωτική στολή, σε μια εποχή που η Κρήτη βρισκόταν κάτω από την υψηλή κυριαρχία του Σουλτάνου. Να σημειωθεί ότι η λέξη «καβάσης» προέρχεται από την τουρκική λέξη «καβάς», που σημαίνει τον ένοπλο φρουρό του πασά ή της πρεσβείας, της παλιάς αυτοκρατορικής τουρκίας, ντυμένο με εντυπωσιακά χρυσοκεντημένη στολή.

Μετά το 1913 που έγινε η επίσημη ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα η παραδοσιακή κρητική φορεσιά της κρητικής Χωροφυλακής καθιερώθηκε ως η δεύτερη επίσημη ενδυμασία της ανακτορικής φρουράς. Έτσι, μέχρι σήμερα η μισή προεδρική φρουρά φοράει τη φουστανέλα και η άλλη μισή τη βράκα, το εσωτερικό δε του προεδρικού μεγάρου φρουρούν βρακοφόροι.

Σήμερα, την κρητική παραδοσιακή φορεσιά οι μόνοι που τη φορούν ακόμη είναι οι χορευτές των παραδοσιακών συγκροτημάτων στους χορούς και στις παρελάσεις.

Βιβλιογραφία

Ιωάννη Τσουχλαράκη «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ»

ΒΛΑΣΤΟΣ Π. –Σημειώσεις_ (1992). Η κρητική ενδυμασία το 19ο αιώνα. Επιμέλεια: Λ. Καούνη. Ημερολόγιο. Έκδ. Λυκείου Ελληνίδων Ρεθύμνης. Ρέθυμνο.

ΠΡΟΒΑΤΑΚΗΣ Θ. (1990). Κρήτη. Λαϊκή τέχνη και ζωή. Αθήνα.

ΤΣΟΥΧΛΑΡΑΚΗΣ Ι.-Θ. (1997). Η ιστορία και η λαογραφία της κρητικής φορεσιάς. Κλασικές εκδόσεις.

ΦΡΑΓΚΑΚΙ ΕΥ. (1960). Η λαϊκή τέχνη της Κρήτης, αντρική φορεσιά. Αθήνα.

GEROLA G. (1993). Βενετικά μνημεία της Κρήτης-Εκκλησίες. Μετάφραση: Σπανάκης Στ. Εκδ. Σύνδεσμος Τ.Ε.Δ.Κ. Κρήτης. Ηράκλειο

Πηγές: kritesad.gr, deredakis.blogspot.gr, mantinades.gr

Τρία κάστρα της Κρήτης ανάμεσα στα πιο εντυπωσιακά της Ελλάδας

Επιβλητικά και πανέμορφα, αποτελούν πραγματικά «στολίδια». Πρόκειται για κάστρα – πραγματικά στολίδια, που βρίσκονται διάσπαρτα σε όλη τη χώρα. Τρία όμως από αυτά βρίσκονται στην Κρήτη και γοητεύουν ντόπιους και επισκέπτες:

Φρούριο Φιρκά

Το Φρούριο Φιρκά (τούρκικη λέξη, που στα ελληνικά σημαίνει στρατώνας) εντοπίζεται στο βορειοανατολικό τμήμα του Παλιού Λιμανιού και οικοδομήθηκε από τους Ενετούς το 1645 με σκοπό την προστασία της εισόδου του λιμανιού των Χανίων. Παραμένοντας σιωπηλό και επιβλητικό στο πέρασμα των χρόνων, «αφηγείται» στους ταξιδιώτες τις σημαντικές ιστορικές στιγμές που διαδραματίστηκαν στην έκτασή του.

Επί ενετοκρατίας εδώ στεγαζόταν ο στρατώνας της ναυτικής φρουράς. Την περίοδο της τουρκοκρατίας λειτούργησε ως φυλακές για τους ντόπιους που πολεμούσαν για την απελευθέρωση της Κρήτης και την ένωσή της με την υπόλοιπη Ελλάδα.

Την 1η Δεκεμβρίου του 1913 στο Φρούριο Φιρκά πραγματοποιήθηκε η επίσημη τελετή της ένωσης με την Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας ανυψώθηκε για πρώτη φορά η γαλανόλευκη στο μικρό πυργίσκο.

Στην τελετή παρευρέθησαν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ο ναύαρχος Κουντουριώτης, επιζώντες πολεμιστές και πλήθος κόσμου από ολόκληρο το νησί.

Στην είσοδο του φρουρίου στο νότιο τμήμα του, σήμερα λειτουργεί το Ναυτικό Μουσείο Κρήτης, το οποίο είναι χτισμένο μέσα στο φρούριο και πάνω στα ενετικά τείχη.
Φρούριο Φορτέτζας

Χτισμένο στο λόφο του Παλαιοκάστρου, πάνω από το δυτικό τμήμα της πόλης του Ρεθύμνου, το βενετσιάνικο φρούριο της Φορτέτζας στέκει αγέρωχος φρουρός της πόλης από το 1573, όποτε και οικοδομήθηκε από τους Ενετούς. Ορατό από κάθε γωνιά της πόλης, προσφέρει πανοραμική θέα τόσο στο Ενετικό λιμάνι όσο και στην υπόλοιπη πόλη του Ρεθύμνου. Σκοπός της δημιουργίας του δεν ήταν άλλος από την προστασία της πόλης από τις επιδρομές του πειρατή Ολούτζ Αλή. Μέσα στο κάστρο, ωστόσο, μετά το πέρας των εργασιών το 1580, εγκαταστάθηκε μόνο η βενετσιάνικη φρουρά καθώς ο χώρος ήταν αρκετά μικρός για να χωρέσουν όλες οι κατοικίες της πόλης.

Με την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους μετά το 1646, το φρούριο δεν υπέστη πολλές αλλοιώσεις από την αρχική του μορφή. Ωστόσο, έγιναν κάποιες συμπληρωματικές προσθήκες στις επιχωματώσεις και στον περίβολο του φρουρίου.

Στο κάστρο σήμερα διακρίνονται η κεντρική πύλη, στο ανατολικό τμήμα του μεταξύ των προμαχώνων του Αγίου Λουκά και του Αγίου Νικολάου, κάποια ερείπια από την κατοικία του Ρέκτορα (Ενετού διοικητή), ο καθεδρικός ναόςτου Αγίου Νικολάου (επί τουρκοκρατίας είχε μετατραπεί σε τζαμί), οι πυριτιδαποθήκες, δεξαμενές, η αποθήκηπυροβολικού και κάποια μη αναγνωρισμένα κτήρια, οι πληροφορίες των αρχαιολόγων για τα οποία είναι ελάχιστες.

Σήμερα στο φρούριο της Φορτέτζας διοργανώνονται πολιτιστικές εκδηλώσεις, εκθέσεις και θεατρικές παραστάσεις.
Eνετικό Φρούριο Κούλες

Στην είσοδο του ενετικού λιμανιού του Ηρακλείου, το ενετικό φρούριο Κούλες αποτελεί ένα από τα πιο πολυφωτογραφημένα και φημισμένα μνημεία της πόλης. To «Φρούριο στη Θάλασσα» όπως είναι η μετάφρασή του από το Castello a Mare ή Rocca a Mare (σύμφωνα με την ενετική ονομασία του) έχει διατηρήσει το όνομά του από την τουρκική λέξη Su Kulesi.

Δημιουργήθηκε το 1523-1540, σε θέση παλαιότερου φρουρίου που υπέστη σοβαρές ζημιές μετά από δυνατό σεισμό το 1303, με σκοπό να προστατεύσει την πόλη από τις επιθέσεις των εχθρών, ενώ το 1669 μαζί με την υπόλοιπη Κρήτη, έπεσε στα χέρια των Τούρκων κατακτητών. Αρχιτεκτονικά αποτελείται από δύο τμήματα το νοτιοδυτικό (παραλληλόγραμμο και ψηλότερο) και το βορειοανατολικό (σε σχήμα έλλειψης και λίγο πιο χαμηλό), ενώ είχε τρείς πύλες εισόδου με την κύρια αυτή στο δυτικό τμήμα του.

Τρία κάστρα της Κρήτης ανάμεσα στα πιο εντυπωσιακά της Ελλάδας

Διαβάστε ακόμα: Το ολοκαύτωμα της Βιάννου. Οι θηριωδίες των Γερμανικών στρατευμάτων που άφησαν εκατοντάδες νεκρούς

Επί τουρκοκρατίας προστέθηκαν κτιστές επάλξεις με θέσεις τουφεκιοφόρων και κανονιών ενώ ακριβώς απέναντι χτίστηκε και ο Μικρός Κούλες, ο οποίος σήμερα, δυστυχώς, δεν υπάρχει.

Στους εσωτερικούς του χώρους, σύμφωνα με τους θρύλους, Κρήτες επαναστάτες βασανίστηκαν ανελέητα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.
Source: greekguide.com

4 Φεβρουαρίου 1843: Πεθαίνει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης!


4 Φεβρουαρίου 1843: Πεθαίνει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης! Τον έντυσαν με την στολή του Αντιστρατήγου, του έζωσαν το σπαθί, του φόρεσαν τσαρούχια, τον απίθωσαν στο φέρετρο και έβαλαν κάτω από τα πόδια του μία τουρκική σημαία!

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν πέθανε από εχθρικό βόλι σε κάποια άπ’ τίς τόσες μάχες που έδωσε. Ούτε στην λαιμητόμο όπου τον είχαν καταδικάσει οί δικαστές της κυβερνήσεως του Κωλέττη, ούτε στο υγρό και σκοτεινό κελί του φρουρίου του Ναυπλίου, όπου πέρασε 6 μήνες φυλακισμένος.

Πέθανε στο σπίτι του στην Αθήνα, ανώδυνα, ειρηνικά και ανεπαίσχυντα, όπως εύχεται ή Εκκλησία μας, από εγκεφαλική συμφόρηση!

Την βραδιά του θανάτου του ήτο προσκεκλημένος στον Βασιλικό χορό του Παλατιού. Εκεί χόρεψε, έφαγε και ήπιε περισσότερο άπ’ ότι συνήθιζε, ευτυχής καθώς ήταν, αφού προ δύο ήμερων είχε παντρέψει το μικρότερο παιδί του, τον Κωνσταντίνο (Κολίνο). Μετά τον χορό γύρισε σπίτι του, το όποιο βρισκόταν πολύ κοντά στα Παλάτι, την σημερινή Βουλή των Ελλήνων.

“Έπαθε αποπληξία (τον βρήκε κόλπος όπως λένε) κατά τον ύπνο, “κατά την 4η ώρα της νύκτας”. Δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε να μιλήσει, και μετά Βίας ανέπνεε. Αν και ήρθαν οι καλύτεροι γιατροί της εποχής, δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε περισσότερο απ’ το να παρατείνουν τις στιγμές του. Τον φλεβοτόμησαν και του έβαλαν βδέλλες (αφαίμαξη), χιόνι στην κεφαλή, καταπλάσματα από σιναπόσπορο στα πόδια.

Η τελευταία του κουβέντα ήταν αυτή προς το παιδί του τον Γενναίο: 

“σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά, και φρόντισε να τους φυλάξεις”.

Πέθανε σε ηλικία 73 ετών, στις 04/02/1843 και “ώρα 11η” πρωινή”.

Όλα τα μαγαζιά και τα εργαστήρια της Αθήνας έκλεισαν και πλήθος κόσμου συνέρεε στο σπίτι του. Οι παλαιοί συναγωνιστές του τον καταφιλούσαν και έκλαιγαν με αναφιλητά. Κηρύχθηκε τριήμερων δημόσιο πένθος.

Τον νεκρό τον έντυσαν με την στολή του Αντιστράτηγου, του έζωσαν τα σπαθί, του φόρεσαν τσαρούχια, τον απίθωσαν στο φέρετρο και έβαλαν κάτω από τα πόδια του μία τουρκική σημαία. Στο ένα του πλάγιο έβαλαν τον ασημένιο του θώρακα, ενώ στο άλλο την περικεφαλαία του και τις σπαλέτες. Η πολεμική αυτή εξάρτυση του Κολοκοτρώνη βρίσκεται σήμερα στα Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, όπου και μεταφέρθηκε, ασφαλώς μετά την εκταφή των οστών με σκοπό την ανακομιδή τους εις την Τρίπολη.

Η πομπή κατέβηκε από την οδό Έρμου και μπαίνοντας στην οδό Αίολου έφτασε στον ναό της Αγ. Ειρήνης, όπου έψάλη η νεκρώσιμη ακολουθία. Γύρω από την νεκροφόρα κατά την πορεία της προς την Αγία Ειρήνη ήσαν: Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Κουντουριώτης, ο Αντιστράτηγος Τσώρτς, ο Υποστράτηγος Τζαβέλλας, ο Υποστράτηγος Γιατράκος, οι Συνταγματάρχες Πλαπούτας και Μακρυγιάννης, οι σύμβουλοι επικρατείας Δεληγιάννης και Παλαμήδης. Επίσης ακολουθούσαν οι επώνυμοι της εποχής και πλήθος κόσμου. Ήταν τόσος ο λαός πού όταν η αρχή της πομπής έμπαινε στην Εκκλησία, η ουρά της πομπής δεν είχε μπει ακόμα στην αρχή της Έρμου.

Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε μία μεγάλη μορφή των γραμμάτων της εποχής, ο εκκλησιαστικός ρήτορας και συγγραφέας Κων. Οικονόμου των έξ’ Οικονόμων. Έπειτα ή πομπή, περνώντας ξανά από το παλάτι, έφτασε στο Α’ νεκροταφείο.
Ιατρική πλευρά

Τα συμπτώματα πού μας παραδίδουν οι ιστορικοί της εποχής, δείχνουν ότι ο Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό, είτε αιμορραγικό είτε θρομβωτικό. Ό Κολοκοτρώνης ήταν 73 ετών, τα αγγεία του εγκεφάλου του -με την φθορά του χρόνου- θα είχαν πάθει σκλήρυνση (αρτηριοσκλήρυνση), δηλαδή θα ήταν σκληρά, άκαμπτα και εύθραυστα, και δεν θα άντεχαν σε μεγάλη αύξηση της αρτηριακής πιέσεως.

Απ’ την άλλη μεριά, το κρασί πού κατανάλωναν οι “Έλληνες εκείνης της εποχής ήταν ασφαλώς πολύ και ο Κολοκοτρώνης στους γάμους του παιδιού του ήπιε πολύ παραπάνω απ’ το συνηθισμένο. Το πολύ οινόπνευμα όμως συμβάλλει στην αύξηση της πιέσεως και σε χρόνια κατανάλωση αλλά και κάθε φορά πού πίνουμε. Οπότε, αν είχε και υπέρταση από πριν, το κρασί πού κατανάλωσε ο Κολοκοτρώνης εκείνη την βραδιά, μάλλον συνέβαλε στο να αυξηθεί ακόμη περισσότερο ή πίεση του. Ίσως τα αγγεία του να μην άντεξαν την αυξημένη πίεση του αίματος με συνέπεια την ρήξη τους και την εγκεφαλική αιμορραγία. Είτε η υπέρταση να είχε ως αποτέλεσμα να σχηματισθεί θρόμβος σε κάποιο αγγείο του εγκεφάλου, έχοντας ως συνέπεια την μη τροφοδότηση του εγκεφάλου με αίμα (ισχαιμία του εγκεφάλου).

Επίσης ο Γέρος έφαγε πολύ εκείνη την βραδιά. Αυτό σημαίνει πώς η πέψη του επιβαρύνθηκε πολύ. Κατά την πέψη αρκετό αίμα φεύγει από την κυκλοφορία -και τον εγκέφαλο- και πηγαίνει στο έντερο, γεγονός το όποιο σ’εναν ηλικιωμένο οργανισμό, πού χρειάζεται κάθε δυνατή εφεδρεία, επιφέρει μεγάλο πρόβλημα. Εάν υπήρχε ελαττωματική αιμάτωση του εγκεφάλου του Κολοκοτρώνη, το πλούσιο αυτό γεύμα επέτεινε την εγκεφαλική ισχαιμία.

Επί πλέον δε και ή μεγάλη χαρά του Γέρου μπορεί να συνέβαλε στον θάνατο του, καθώς δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, κατά τις όποιες πέθαναν άνθρωποι ευρισκόμενοι σε χαρά, όπως εκείνος ο Διαγόρας ο αρχαίος, ο οποίος πέθανε υπό τις επευφημίες των θεατών του σταδίου, όταν οι 3 γιοι του νίκησαν στην Ολυμπία.

Θέλοντας να κάμω ένα λογοπαίγνιο -με ουδεμία διάθεση να προσβάλω την σεπτή μνήμη του μεγάλου αυτού άνδρα- λέγω ότι τον πολεμιστή, τον όποιον δεν δάμασε κανείς εχθρός, τον δάμασε τα φαΐ και το πιοτό.
Τα οστά του Κολοκοτρώνη

Τα οστά του Κολοκοτρώνη ευρίσκονται στην Τρίπολη από τις αρχές του αιώνος μας. Πριν, ευρίσκοντο στην Αθήνα στο Α’ Νεκροταφείο, αλλά ο Ελευθέριος Βενιζέλος φρόντισε για την μεταφορά τους στην Τρίπολη -κατόπιν αιτήματος των Αρκάδων- , συνοδεύοντας μάλιστα ό ίδιος την μεταφορά τους, αποδίδοντας έτσι τιμή στον ελευθερωτή του Γένους μας. Το 1971 στην πλατεία του Άρεως Τριπόλεως έστήθη ανδριάντας του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Και από το 1993 τα οστά ευρίσκονται στην βάση του μνημείου αυτού, σε ειδική κρύπτη.

Το μνημείο απεικονίζει τον Γέρο του Μοριά καβάλα πάνω σε άλογο. Και στο δημοτικό τραγούδι των Κολοκοτρωναίων απεικονίζεται η γενιά του, περήφανη, να μετακινείται, συνεχώς ευρισκόμενη πάνω σε άλογο.

…καβάλα παν’ στην Εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε,

καβάλα παίρνουν αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι,

και δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν…

How an Unknown Monumental Palace Rewrites Ancient Greek History

Aerial view of Iklaina: This palace dating to around 3400 years ago shows the city was no backwater, as had been thought, but a powerful Mycaenean-era capital in competition with the Palace of Nestor, Michael Cosmopoulos

Massive buildings, early writing show Iklaina wasn’t a backwater as thought, but a center of Mycenaean rule that was destroyed by the Palace of Nestor, archaeologists say.

Monumental discoveries in Iklaina, including an open-air pagan sanctuary, have reinforced the view that this ancient Greek town was no backwater as had been thought, but a major center of Mycenaean culture – that throws back the formation of the earliest complex states in ancient Greece by hundreds of years.

Iklaina was made legendary by Homer’s Iliad, which romanticizes the town’s war with Troy. Until now the town, which indeed dates to the Mycenaean period (1500 to 1100 B.C.E.), had been considered to be something of a backwater. Evidently, it wasn’t.

The true lofty status of ancient Iklaina now coming to light is based on discovery of a monumental palace and other massive buildings that apparently served as administrative centers; a tablet with the earliest-known government record in Europe, discovered in 2011; and newly uncovered sprawling public spaces such as the sanctuary, the archaeologists explain.

Complex states feature centralized political administration, specialized administrative organization, complex social ranking, advanced economic organization, and formalized institutions. If until now, the earliest complex state in ancient Greece had been thought to have arisen around 3,100 years ago, the evidence from Iklaina indicates that the complex states were taking form as long as 3,400 years ago, though that was thousands of years after these forms of government began to arise in Mesopotamia, going by the solid evidence.

“It appears that Iklaina was the capital of an independent state for a good part of the Mycenaean period, in competition with the other major site in the area, the Palace of Nestor in Pylos,” says Prof. Michael Cosmopoulos of the University of Missouri-St. Louis, head of the excavations.

Apparently, Iklaina was ultimately vanquished by that next-door bitter rival. It was destroyed by enemy attack at the same time that the Palace of Nestor expanded, Cosmopoulos explains: “It appears that the two events were connected, and that it was the ruler of the Palace of Nestor who took over Iklaina.”

The excavations at Iklaina brought to light massive walls, several administrative buildings, open-air shrine, murals, a surprisingly advanced drainage system with massive stone-built sewers, and an elaborate water delivery system with clay pipes that was far ahead of its time. The tablet the Iklaina archaeologists discovered, which they believe to be 3400 to 3500 years old, also throws back the advent of widespread literacy across this region of the eastern Mediterranean Basin.

The legend of Nestor


Page from the Iliad, XIV,227–253,256–263, written on papyrus in Greek. Wikimedia Commons.

Nestor is one of the main figures in the Homeric tale of Troy. After King Menelaos’ beautiful wife Helene was abducted by the Trojan prince Paris, who also plundered the palace treasures while about it, the king set out to gain revenge, first turning to his brother, the powerful king of Mycenae, Agamemnon.

The two together went to plead before the old king Nestor, the most experienced of all humans, because he had seen two generations sink into the grave and now reigned with unbroken force over the third. Nestor willingly helped the two brothers muster allies among the Greek lords and heroes.


Map showing Iklaina and the Palace of Nestor in mainland ancient Greece Google Maps, elaboration by Haaretz.

There is no archaeological evidence of Nestor to back the Homeric writings, but Cosmopoulos does not rule him out as a historical figure.

“Quite a bit of what is described in Homer’s Iliad and Odyssey is based on the historical reality of the Mycenaean world: this applies to artifacts described by Homer, to citadels like Mycenae and Pylos, which archaeologists have found,” he says.

That said, Homer wrote his epics about 400 years after the Mycenaeans. The epics therefore contain anachronisms, elements contemporary to Homer which did not exist in the Mycenaean period, for example the use of iron or cremating the dead, Cosmopoulos explains.

The so-called “Palace of Nestor” in Pylos, some 10 kilometers from Iklaina, may or may not have housed the legendary wise king, but it definitely was a major palace of the Mycenaean period. The Pylos site has yielded over 1,000 Linear B tablets containing government records, dating 150 to 200 years later than the Iklaina tablet. 


At the grand Palace of Nestor, Pylos, just 10km from Iklaina. Olecorre, Wikimedia Commons.
Giant Cyclopean Terrace

Eight years of excavations ending in late 2016 unearthed more of an enormous building that the archaeologist labeled the Cyclopean Terrace, which dominates the entire site. The terrace consists of worked limestone boulders fitted roughly together, with smaller chunks placed between them.

(The ancients coming some generations after the walls had been built did not believe that such massive structures could have been built by humans, but had to have been the work of gigantic beings such as the Cyclops. The term “Cyclopean” has come to refer to that particular type of Mycenaean large-scale architecture.)

Whoever built it, the massive Cyclopean Terrace had supported a two- or three-storey building. Unfortunately, the part of the building that once stood on the terrace (as with the stepped-stone structure in the City of David in Jerusalem) is gone forever. However, rooms of the same building complex survive on the plateau to the south, which give a good idea of the date and function of this Cyclopean Terrace complex.  

In theory the massive structure could be a Mycenaean temple or fortress, Cosmopoulos admits, but analysis of the finds led him to conclude that it was a powerful palace or administrative center.


Fragment (right) of an ancient Greek wall painting at a site in Iklaina: The earliest naval representation from the Greek Mainland. Michael Cosmopolous.

“It appears that it was the buildings where the ruler and his family resided, part of the ‘administrative center’ of the site. It was built sometime between 1350 and 1300 B.C.E.,” Cosmopoulos told Haaretz.


Clay tablet inscribed with Linear B, from the Palace of Nestor in Pylos. It contains information on the distribution of bovine, pig and deer hides to shoe and saddle-makers. Sharon Mollerus, Wikimedia Commons.

No massive structure like this, the construction of which required abundant resources and a great capacity to plan and execute, would have been built in an out-of-the-way and remote settlement. These buildings are monumental and formal, and suggest that Iklaina was the capital of an independent state for a long part of the Mycenaean period – before such states were thought to exist in ancient Greece.

Cosmopoulos’ conclusion is bolstered by the earlier discovery of the tablet containing a bureaucratic record, written in Linear B.

Linear B is a form of writing thought to have descended from an older, still undeciphered writing system known as Linear A, that was used on the island of Crete. Archeologists think Linear A is related to the yet older hieroglyph system used by the ancient Egyptians.

Iklaina tablet, with government record, written in Linear B Michael Cosmopoulous.

“The tablet has inscriptions on both sides, on one side a list of male names with numbers (possibly a personnel list), and on the other a list of products – only the heading is preserved, which reads ‘manufactured’ or ‘assembled’. But the tablet is broken and the actual list is missing,” Cosmopoulos said.

The discovery makes it the earliest-known government record in Europe, he says, adding: “But until the final study, we don’t know whether it dates to the period when Iklaina was an independent capital.”

The humiliation of Iklaina

Mainland Greece in the Late Bronze Age (ca. 1600-1100 B.C.E.) was divided into independent kingdoms, connected in some kind of loose association, which developed into complex states. All were Mycenaean Greeks and they shared common cultural elements, including architectural types, pottery, religious beliefs, and language, written in Linear B. Iklaina turns out to have been an early example of such a state.

“It appears that the formation of those states was the product of military conflict between powerful rulers. As some rulers became more powerful than others, they started to annex the territories of their neighbors, creating larger and more complex states,” Michael Cosmopoulos told Haaretz.


Aeriel view of Iklaina: This was no backwater but the center of an early complex state. Michael Cosmopoulous.

In any case, after the town’s destruction apparently by the Palace of Nestor, Iklaina was downgraded into an industrial center. Evidence of agricultural produce such as wheat and barley, stock raising of pigs, sheep and goats as well as metallurgy and, possibly, linen production have all been found on site.

Illiterate in Israel?

As for Iklaina’s Linear B tablet, which precedes all others in the region, its discovery has led scholars to revise the assumption that writing was limited to the elite and to the major ruling centers of the time.

Literacy – and mainly, bureaucracy – evidently appeared earlier, and were more widespread across Greece, than had been assumed until now.

It bears mention that other writing systems elsewhere are much older. For example, writings found in China, Mesopotamia, and Egypt are thought to date as far back as 3,000 B.C.E. – over 5,000 years ago. But writing had not been considered widespread in ancient Greece in the 14th century B.C.E. The existence of the tablet, containing government information, not, say, sacred texts legible only to high priests, begs the thought that literacy was not uncommon at the time.


The oldest Hebrew writing found to date, discovered at Khirbet Qeiyafa, the fortress city overlooking a valley where the bible says David slew Goliath. Ronen Zvulun, Reuters.

If literacy was, after all, widespread in Greece in the 14th century B.C.E. and there is evidence of writing from Mesopotamia and Egypt from the 3rd millennium B.C.E, one might ask: Why did Israel and Judah remain illiterate?

One who thinks they didn’t is Allan Millard, professor of Hebrew and ancient Semitic languages at Liverpool University. He even contends that some parts of the Bible could date as far back as the 13th century B.C.E., and that writing was widespread across the kingdoms of Israel and Judah in the 8th and 7th centuries B.C.E.

“There are scores of brief notes, messages and lists written on potsherds, the ancient scrap paper, from the 8th to early 6th centuries B.C.E. There are a few pieces of writing that may be Hebrew from the 10th and 9th centuries, but the script does not yet have clearly Hebrew features and the texts are too short to be certainly Hebrew. They, along with others, show scribal activity in those centuries,” he told Haaretz.

The sheer number of sites, the quantity of ephemeral texts and the multitude of seals and impressions bearing owners’ names should dispel any notion that writing was rare in early Israel and Judah, Millard argues. And if scribes were employed for legal and administrative duties such as making lists, setting out legal deals and writing letters, it is reasonable to expect some to have spent time writing other texts, as in Mesopotamia and Egypt.

1700 χρόνια μετά, η Αγία Ελένη επιστρέφει στην Ελλάδα

Ογδόντα χρόνια διακονίας και προσφοράς συμπληρώνει φέτος, η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αποκορύφωμα των εορτασμών αυτής της επετείου, θα αποτελέσει η υποδοχή, το Μάιο, του Τιμίου Ξύλου και του Ιερού Σκηνώματος της Αγίας Ελένης της Ισαποστόλου, της μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Το Ιερό Σκήνωμα έφθασε στη Βενετία το 1211, καθώς μετά την Δ΄ Σταυροφορία, κάποιος αξιωματούχος που ονομαζόταν Aicardo, το αφαίρεσε από το Ναό των Αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης, και το μετέφερε στην ομώνυμη βενετσιάνικη μονή. Έτσι 1700 χρόνια μετά, για πρώτη φορά, το Ιερό Σκήνωμα μεταφέρεται σε άλλη χώρα, εκτός από την Κωνσταντινούπολη και τη Βενετία.

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελος, Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας, είναι εκείνος ο οποίος μόχθησε για την έλευση του Σκηνώματος της Αγίας Ελένης. Ο Θεοφιλέστατος κ.κ. Αγαθάγγελος, είναι εξάλλου αυτός στον οποίον οφείλεται και η επιστροφή ολόκληρου του Ιερού Λειψάνου της Αγίας Βαρβάρας, από τη Βενετία, (για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα), το 2015, προκαλώντας συγκίνηση σ’ ολόκληρη τη χώρα. Χιλιάδες κόσμου πέρασαν από τον Προσκύνημα της Αγίας Βαρβάρας, για να προσκυνήσουν το ιερό Λείψανό της.

Η επίσημη υποδοχή του Ιερού Σκηνώματος θα γίνει την Κυριακή 14 Μαΐου 2017, στις 18.30 μ.μ. μπροστά από το Δημαρχείο Αιγάλεω (επί της Ιεράς Οδού), από τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμο. Το Τίμιο Ξύλο και το Ιερό Σκήνωμα της Αγίας Ελένης, θα παραμείνουν στον Προσκυνηματικό Ναό της Αγίας Βαρβάρας του ομωνύμου Δήμου Αττικής (κοντά στο Αιγάλεω), από 14 Μαΐου έως 15 Ιουνίου 2017.

Με αφορμή το μεγάλο αυτό γεγονός, η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, δημιούργησε την ιστοσελίδα http://agiaeleni.gr/, τα κείμενα της οποίας έχει επιμεληθεί ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελος.

Ο Όρθρος, η Θεία Λειτουργία, ο Εσπερινός και οι ιερές Αγρυπνίες, που θα γίνονται καθημερινά στο Προσκύνημα της Αγίας Βαρβάρας, θα αναμεταδίδονται από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος 89,5 FM και από το Διαδίκτυο στον ιστότοπο http://www.agiaeleni.gr.

Η Αποστολική Διακονία, ένας οργανισμός με μεγάλη ιστορία και ένα τεράστιο ιεραποστολικό, κατηχητικό και μορφωτικό έργο για τον ελληνισμό και όχι μόνο, με πολιτιστικά και Ευρωπαϊκά προγράμματα, που δεν υστερεί καθόλου στο κοινωνικό έργο, δεν θα μπορούσε να είναι αδιάφορη μπροστά στα προβλήματα της εποχής μας.

Στηρίζοντας τα Κοινωνικά φαρμακεία Ιερών Μητροπόλεων και Δήμων, από την Κυριακή 14 Μαΐου μέχρι και την Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017, από τις 09.00 π.μ. μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι και από τις 16.00μ.μ. μέχρι τις 20.00μ.μ., στο Ιερό Προσκύνημα της Αγίας Βαρβάρας του ομωνύμου Δήμου Αττικής, θα συγκεντρώνει φάρμακα και υγειονομικό υλικό.B

Source: Κατερίνα Χουζούρη

Alexander the Great’s last will and testament may have been found ‘hiding in plain sight’ 2,000 years after his death

The fabled last will and testament of Alexander the Great may have finally been discovered more than 2,000 years after his death.

A London-based expert claims to have unearthed the Macedonian king’s dying wishes in an ancient text that has been ‘hiding in plain sight’ for centuries.

The long-dismissed last will divulges Alexander’s plans for the future of the Greek-Persian empire he ruled.It also reveals his burial wishes and discloses the beneficiaries to his vast fortune and power. 

The fabled last will and testament of Alexander the Great, illustrated above, may have finally been discovered. A London-based expert claims to have unearthed Alexander the Great’s dying wishes in an ancient text (pictured) that has been ‘hiding in plain sight’ for centuries.


The long-dismissed last will and testament divulges Alexander’s (pictured) plans for the future of the Greek-Persian empire he ruled.


WHO WAS ALEXANDER THE GREAT? 

Alexander the Great is arguably one of history’s most successful military commanders.

Undefeated in battle, he had carved out a vast empire stretching from Macedonia and Greece in Europe, to Persia, Egypt and even parts of northern India by the time of his death aged 32.

Alexander the Great (pictured) is arguably one of history’s most successful military commanders. Undefeated in battle, he had carved out a vast empire stretching from…

Only five barely intact accounts of his death at Babylon in 323 BCE survive to the present day.

None are from eyewitnesses and all conflict to varying degrees.

According to one account from the Roman era, Alexander died leaving his kingdom ‘to the strongest’ or ‘most worthy’ of his generals.

In another version, he died speechless in a coma, without making any plans for succession. New research suggests this is false based on the fact __

Evidence for the lost will can be found in an ancient manuscript known as the ‘Alexander Romance’, a book of fables covering Alexander’s mythical exploits.

Likely compiled during the century after Alexander’s death, the fables contain invaluable historical fragments about Alexander’s campaigns in the Persian Empire.

Historians have long believed that the last chapter of the Romance housed a political pamphlet that contained Alexander’s will, but until now have dismissed it as a work of early fiction.

But a ten-year research project undertaken by Alexander expert David Grant suggests otherwise.

The comprehensive study concludes that the will was based upon the genuine article, though it was skewed for political effect. 


London-based Alexander expert David Grant’s (pictured) research has spanned ten years and tens of thousands of hours considering ‘every conceivable avenue of…

The revelation is detailed in Mr Grant’s new book, ‘In Search of the Lost Testament of Alexander the Great.’


Mr Grant has written a book exploring the mythical leader’s final demands before his death over 2,000 years ago and the resulting skirmish between Alexander’s many military…

He believes that Alexander’s original will was suppressed by his most powerful generals, because it named his then unborn half-Asian son Alexander IV and elder son Heracles as his successors.

Rather than accepting the leadership of what the Macedonians saw as ‘half-breed’ sons, which would have been ‘unthinkable’, they fought each other for power in a bloody period of infighting and civil war known as the ‘Successor Wars’.

An Artist Is Building a Parthenon of Banned Books

Argentinians look on as Marta Minují’s 1983 Parthenon of books is removed with a crane. The artist will recreate her installation on a grander scale in Germany next year. (Marta Minujín archive)

More than 100,000 books will become a monument to intellectual freedom in Germany next year.

In Ancient Greece, no building symbolized democracy and beauty like the Parthenon, a graceful temple that beckoned to the citizens of Athens from atop a hill. And next year, writes Ellie Diaz of the American Library Association, the ancient structure will take on new meaning when it’s recreated in a public square in Germany—built entirely out of banned books.

The Parthenon of Books is the brainchild of Marta Minujín, an Argentine conceptual artist who is calling on the public to donate as many as 100,000 currently or once-banned books for the installation. When it’s complete, it will be erected in Kassel, Germany’s Friedrichsplatz Park, where Nazi party members burned an estimated 2,000 books on May 19, 1933, during the so-called “Aktion wider den undeutschen Geist” (Campaign against the Un-German Spirit).

Friedrichsplatz wasn’t the only place where books were burned in Germany. Rather, books were collected and turned into burning pyres all over the country throughout May 1933 in a series of actions by right-wing students and Nazi party members aimed at annihilating “un-German” books that contained anti-nationalist, Jewish, or “decadent” rhetoric.

Among the books burned during the so-called “Action Against the Un-German Spirit” were works like Erich Maria Remarque’s World I novel All Quiet on the Western Front and books by Helen Keller, who responded to the act with a blistering letter to the students of Germany. “History has taught you nothing if you think you can kill ideas,” Keller wrote. “You can burn my books and the books of the best minds in Europe, but the ideas in them have seeped through a million channels and will continue to quicken other minds.”

That spirit informs Minujín, who based her project on one of her past installations. In 1983, she built a parthenon of books to mark the fall of Argentina’s dictatorship. At the end of El Partenón de Libros, two cranes tipped the structure on its side and the public was able to take the books. Minujín plans a similar fate for the books in her modern-day Parthenon, though it will contain far more than the original installation’s 20,000 books and will be on display for 100 days starting on June 10, 2017.

“Democracy without books is not democracy,” says Minijín in a statement. The artist is working with professors and university students to assemble a list of currently and once-banned books for the exhibition, which will launch next year as part of documenta 14, an art event that will take place concurrently in both Athens and Kassel. And Americans like Diaz, who heads up the ALA’s Banned Books Week, are already pitching in—the American Library Association recently donated novels by Phyllis Reynolds Naylor and Jeff Smith to the cause along with Two Boys Kissing by David Levithan, which has been on the list of most-challenged books for two years despite being long-listed for a National Book Award. 

Source: smithsonianmag.com

The Greek refugees who fled to the Middle East in WW2


For three years, thousands of Greeks stayed in refugee camps across the Middle East.

The influx of more than a million refugees and migrants to the Greek islands in the past year has stirred up difficult memories for a dwindling group who followed the same route during World War Two, but in reverse.

As German and Italian troops occupied Greece, tens of thousands of people fled by sea to refugee camps in the Middle East.

At the end of the war, they began heading home. Most made it back safely, but for some the journey ended in tragedy.

“An event like this is hard to forget,” says Eleni Karavelatzi. “It leaves you seared with scars and makes you bitter forever.”

Disaster for refugees returning on British ship.

In 1945 the SS Empire Patrol caught fire carrying 500 Greeks home from Port Said.


Eleni Karavelatzi was 12 months old when in 1942 her family fled the Nazi occupation of Kastelorizo, a Greek island 2km (1.5 miles) from the Turkish coast.

They sailed first to Cyprus and then to a refugee camp in Gaza known as El Nuseirat. They stayed there until the end of the war.

In September 1945, a British vessel, the SS Empire Patrol, left the Egyptian city of Port Said carrying Eleni’s family and 500 other Greek refugees.

Within hours, fire broke out onboard. Thirty-three passengers died, including 14 children.

From her garden on Kastelorizo, Eleni can now see the EU border agency ship searching for new migrants and reminisces about what happened in 1945.

“My parents told me that I was tied with a rope and lowered on to a raft. But as they were letting me down, my father saw that it was full and ordered me back. As soon as I was brought up, a woman jumped on the dinghy. It capsized and all the children drowned.”

Among the victims were Eleni’s three cousins, whose names are carved on a monument a short distance from where she lives.

Every September residents of Kastelorizo gather to commemorate those who died in the shipwreck
To the east of the monument lives Kastelorizo’s only other survivor, Maria Chroni, who lives with her granddaughter.

Maria Chroni, who was born in 1937, clung for life on a piece of wreckage.

“I found myself at sea holding on to a wooden plank.”

“How it happened, I can’t remember. I only know I that I stayed in this position for 10 hours. Then my father rescued me and lifted me into the charred boat.”

From Aleppo to Egypt and beyond

Other Greek refugees had fled the Nazi occupation to Syria. They were mainly from the island of Chios, a few kilometres off the Turkey coast.

“The Germans were here and we were hungry. I was three back then,” remembers Marianthi Andreadi. “So we left for Turkey illegally and from there we took the train to Al Nayrab camp in Aleppo (Syria).”

Marianthi remembers some of the faces that stood out on her journey. “I was surrounded by older women. And there was this moment that stays with me when we were on the Turkish border and the guard yells ‘Gel Burda! Gel Burda!’ (come here).”

“We ran away quickly. I fell down. And eventually he let us go. But I never forgot this.”

Marianthi Andreadi spent a few weeks in the British-run Al Nayrab refugee camp in Aleppo, Syria.

Greek archives reveal Al Nayrab camp was less a permanent settlement than a meeting point, says Iakovos Michailidis, professor of history at Aristotle University of Thessaloniki. “People were brought here for short periods of time before being sent to various parts of the Middle East, or even Africa.”

Ioannis Stekas travelled first to the Middle East and then into Africa.

He explains how his father sold their properties to send him and his brother abroad with their mother, Chrisanthi.

“He was planning to follow us with my 10-year-old sister. But shortly afterwards the Germans banned migration towards Turkey.”

In her diary, written down by Ioannis, his mother writes: “We went to Cesme (in Turkey) and stayed there for a month, then headed to Izmir, before travelling for three days by train to Aleppo.” Ioannis’s older brother Kostas was at that point drafted into the army by the Allies.

Ioannis, aged six, carried on with his mother on their long journey via Egypt to Dar es Salaam on the coast of Tanzania before continuing across land to Elisabethville, now Lubumbashi in the Democratic Republic of Congo.

“After 40 days we left Aleppo by train and in two days we arrived in Egypt, at the Suez Canal,” Ioannis’s diary says. “We stayed there for a while in tents.”

“After Egypt we took a cargo ship and crossed the Red Sea to Aden, a British colony. We stayed two days inside the ship as they were bringing food supplies for the rest of the journey.

“When we left Aden, there were hot air balloons to prevent enemies from bombing civilians. No-one knew where they were taking us. After a 10-day journey we arrived in Dar Es Salaam.”
Stamatis’s story

 

Stamatis and his older brother George

Stamatis Michaliades (R) with his older brother George.

Stamatis Michaliades, was just six when he fled famine during the German occupation of Chios in 1942.

He left with his father and brother while others in the family stayed on the island. The boys and their father crossed to Turkey and from there to the Moses Wells refugee camp in the Egyptian desert, where they waited for the war to end.

Many Greeks were evacuated to the Moses Wells camp

Past and present

While Greece’s returned refugees feel a bond with the new wave of displaced people, age makes it difficult for them to meet.

But they hear new stories from Greek TV and Marianthi Andreadi believes that despite her country’s financial problems “we’re doing what we can”.

From their balconies, the former evacuees watched Syrian refugees coming off packed fishing boats. “It’s like a mirror to the past,” says Maria Chroni. “The hardest thing is having to witness the arrival of children.”

Eleni points out that the Greek evacuees made it back home and life returned to normal. She is not sure if the same will happen to the Greece’s new refugees any time soon.

Source: By Nidale Abou Mrad, BBC Arabic